Δικηγορικό γραφείο

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική » Ενημέρωση » Δίκαιο & Τεχνολογία » Υποχρέωση Facebook να διαγράψει παράνομες πληροφορίες/ Περιεχόμενο
Πέμπτη, 12 Δεκ 2019

Υποχρέωση Facebook να διαγράψει παράνομες πληροφορίες/ Περιεχόμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ MACIEJ SZPUNAR της 4ης Ιουνίου 2019

Υπόθεση C‑18/18

Eva Glawischnig-Piesczek κατά Facebook Ireland Limited

[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

1)      Αντιτίθεται, εν γένει, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας [2000/31] σε κάποια από τις κατωτέρω υποχρεώσεις παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας ο οποίος δεν απέσυρε ταχέως παράνομες πληροφορίες, και ειδικότερα στην υποχρέωση να αποσύρει όχι μόνον αυτή την παράνομη πληροφορία κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, αλλά και άλλες πανομοιότυπες πληροφορίες:

α)      παγκοσμίως;

β)      στο οικείο κράτος μέλος;

γ)      του συγκεκριμένου χρήστη παγκοσμίως;

δ)      του συγκεκριμένου χρήστη στο οικείο κράτος μέλος;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: ισχύει το ίδιο στην περίπτωση πληροφοριών παρόμοιου περιεχομένου;

3)      Ισχύει το ίδιο για πληροφορίες παρόμοιου περιεχομένου, αφ’ ής στιγμής το γεγονός αυτό περιέλθει σε γνώση του παρόχου;

 

1.      Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να καθορίσει το καθ’ ύλην και το προσωπικό πεδίο της υποχρέωσης ελέγχου που μπορεί να επιβληθεί, στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, στον πάροχο υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, υπηρεσίας συνιστάμενης στην αποθήκευση των πληροφοριών που παρέχει αποδέκτης της υπηρεσίας αυτής (πάροχο φιλοξενίας), χωρίς αυτό να οδηγεί στην επιβολή γενικής υποχρέωσης ελέγχου, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31.

Ασφαλώς, τα δύο αυτά πρώτα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την απόσυρση των πληροφοριών που διαδόθηκαν μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης και όχι τον έλεγχο ή το φιλτράρισμά τους. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης είναι μέσα ενημέρωσης των οποίων το περιεχόμενο παράγεται κυρίως όχι από τις εταιρίες που τα ίδρυσαν και τα διαχειρίζονται αλλά από τους χρήστες τους. Επιπλέον, αυτό το περιεχόμενο, που εν τω μεταξύ αναπαράγεται και τροποποιείται, αποτελεί αντικείμενο συνεχών ανταλλαγών μεταξύ των χρηστών.

Ο φορέας παροχής φιλοξενίας, για να είναι σε θέση να διαγράψει μια πληροφορία που διαδόθηκε μέσω μιας τέτοιας πλατφόρμας ή να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση σε αυτήν, ανεξάρτητα από τον δημιουργό της πληροφορίας αυτής και από το περιεχόμενό της, πρέπει προηγουμένως να εντοπίσει την πληροφορία αυτή μεταξύ εκείνων που είναι αποθηκευμένες στους διακομιστές του. Για να γίνει αυτό, πρέπει κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο να ελέγχει ή να φιλτράρει τις πληροφορίες αυτές. Πάντως, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, στο οποίο παραπέμπουν τα προδικαστικά ερωτήματα, κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλει σε φορέα παροχής φιλοξενίας γενική υποχρέωση ελέγχου. Όλα αυτά συνεπάγονται ότι, με τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το προσωπικό και το καθ’ ύλην πεδίο μιας τέτοιας υποχρέωσης στοιχούν με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2000/31.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να αποσύρει, σε παγκόσμια κλίμακα, πληροφορίες που διαδόθηκαν μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης.

Προκειμένου να απαντήσω στα δύο αυτά προδικαστικά ερωτήματα, θα εξετάσω πρώτον, αφενός, το καθεστώς της οδηγίας 2000/31 στην οποία εμπίπτει η Facebook Ireland ως φορέας παροχής φιλοξενίας και, αφετέρου, τις συνέπειες του χαρακτηρισμού της ως φορέα παροχής φιλοξενίας όσον αφορά τις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων που εκδίδονται κατ’ αυτής. Δεύτερον, θα προχωρήσω στην ανάλυση των απαιτήσεων της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με το καθ’ ύλην και το προσωπικό πεδίο της υποχρέωσης ελέγχου που στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να επιβληθεί σε φορέα παροχής φιλοξενίας, χωρίς αυτό να οδηγεί συναφώς στην επιβολή γενικής υποχρέωσης. Τέλος, τρίτον, θα εξετάσω το ζήτημα του εδαφικού πεδίου της υποχρέωσης απόσυρσης.

Οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων που με γνώμονα την οδηγία 2000/31 εκδίδονται κατά φορέων παροχής φιλοξενίας

Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, προκειμένου η αποθήκευση που πραγματοποιεί ο πάροχος υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας να εμπίπτει στο άρθρο 14 της οδηγίας 2000/31, η συμπεριφορά του παρόχου αυτού πρέπει να περιορίζεται στη συμπεριφορά «μεσάζοντος της παροχής υπηρεσιών», όπως θέλησε ο νομοθέτης στο πλαίσιο του τμήματος 4 της εν λόγω οδηγίας. Επιπλέον, κατά την αιτιολογική σκέψη 42 της οδηγίας αυτής, η συμπεριφορά του έχει εντελώς τεχνικό, αυτόματο και παθητικό χαρακτήρα, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν έχει γνώση ή τον έλεγχο των δεδομένων που αποθηκεύει και ότι επομένως ο ρόλος που διαδραματίζει πρέπει να είναι ουδέτερος (3).

Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι κάποιος που εκμεταλλεύεται πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης και αποθηκεύει στους διακομιστές του πληροφορίες που παρέχονται από τους χρήστες της πλατφόρμας αυτής, σχετικές με το προφίλ τους, είναι πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2000/31 (4). Ανεξάρτητα από τις αμφιβολίες που θα μπορούσε κάποιος να έχει συναφώς, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι σαφές ότι η Facebook Ireland είναι φορέας παροχής φιλοξενίας του οποίου η συμπεριφορά περιορίζεται στη συμπεριφορά μεσάζοντος παρόχου.

Κατά την οδηγία 2000/31, ο φορέας παροχής φιλοξενίας του οποίου η συμπεριφορά περιορίζεται στη συμπεριφορά μεσάζοντος παρόχου έχει σχετική ασυλία όσον αφορά την ευθύνη για τις πληροφορίες που αποθηκεύει. Η εν λόγω ασυλία παρέχεται μόνον αν ο πάροχος αυτός δεν είχε γνώση του παράνομου χαρακτήρα των αποθηκευμένων πληροφοριών ή της δραστηριότητας που ασκείται μέσω των πληροφοριών αυτών και υπό την προϋπόθεση ότι, όταν ειδοποιήθηκε για την παρανομία αυτή, ενήργησε ταχέως για την απόσυρση των επίμαχων πληροφοριών ή για να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση σε αυτές. Αντιθέτως, αν αυτός ο φορέας παροχής φιλοξενίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν είχε γνώση του παράνομου χαρακτήρα των αποθηκευμένων πληροφοριών αλλά δεν ενήργησε για να τις αποσύρει ή να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση σε αυτές, η οδηγία 2000/31 δεν εμποδίζει να μπορέσει αυτός να θεωρηθεί έμμεσα υπεύθυνος για τις εν λόγω πληροφορίες (5).

Εξάλλου, από το άρθρο 14, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/31 προκύπτει ότι η ασυλία που παρέχεται σε μεσάζοντα πάροχο δεν θίγει τη δυνατότητα δικαστικής ή διοικητικής αρχής, σύμφωνα με τα νομικά συστήματα των κρατών μελών, να απαιτήσει από αυτόν τον πάροχο υπηρεσιών να θέσει τέλος σε μια παράβαση ή να προλάβει μια παράβαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά μεσάζοντος παρόχου δύναται να εκδοθεί απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, έστω και αν, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών δεν είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τις πληροφορίες που αποθηκεύονται στους διακομιστές του (6).

Οι όροι που επιβάλλονται με τέτοιες αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων οι οποίες αφορούν τους μεσάζοντες παρόχους διέπονται από το εθνικό δίκαιο (7). Οι κανόνες που θεσπίζονται από τα κράτη μέλη πρέπει, ωστόσο, να πληρούν τις απαιτήσεις που θέτει το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως η οδηγία 2000/31.

Όλα αυτά αντικατοπτρίζουν τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να εξισορροπήσει, μέσω της οδηγίας αυτής, τα διαφορετικά συμφέροντα των φορέων παροχής φιλοξενίας των οποίων η συμπεριφορά περιορίζεται στη συμπεριφορά μεσάζοντος παρόχου, των χρηστών των υπηρεσιών τους καθώς και των προσώπων που θίγονται από οποιαδήποτε παράβαση διαπράττεται κατά τη χρήση των υπηρεσιών αυτών. Επομένως, στα κράτη μέλη εναπόκειται, κατά την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 2000/31, όχι μόνο να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της οδηγίας, αλλά και να μεριμνούν ώστε να μη βασίζονται σε ερμηνεία που έρχεται σε αντίθεση με τα συγκρουόμενα θεμελιώδη δικαιώματα ή με τις άλλες γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως η αρχή της αναλογικότητας (8).

 

2.      Οι απαιτήσεις σχετικά με το προσωπικό και το καθ’ ύλην πεδίο της υποχρέωσης ελέγχου

1)      Η απαγόρευση γενικής υποχρέωσης ελέγχου

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, μεταξύ άλλων, στους φορείς παροχής υπηρεσιών των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στην αποθήκευση πληροφοριών, γενική υποχρέωση ελέγχου των πληροφοριών που αποθηκεύουν ή γενική υποχρέωση ενεργού αναζήτησης των γεγονότων ή περιστάσεων που δείχνουν ότι πρόκειται για παράνομες δραστηριότητες. Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει, μεταξύ άλλων, να υποχρεώνεται ο φορέας παροχής φιλοξενίας, του οποίου η συμπεριφορά περιορίζεται στη συμπεριφορά μεσάζοντος παρόχου, να ελέγχει το σύνολο (9) ή σχεδόν το σύνολο (10) των δεδομένων όλων των χρηστών των υπηρεσιών του, προκειμένου να αποτρέπει κάθε μελλοντική προσβολή.

Αν, αντιθέτως προς την εν λόγω διάταξη, κράτος μέλος μπορούσε να επιβάλει, στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, γενική υποχρέωση ελέγχου σε φορέα παροχής φιλοξενίας, δεν αποκλείεται ότι ο τελευταίος θα κινδύνευε να απολέσει την ιδιότητα του μεσάζοντος παρόχου καθώς και την ασυλία που τη συνοδεύει. Πράγματι, ο ρόλος ενός φορέα παροχής φιλοξενίας που ασκεί γενικό έλεγχο δεν θα ήταν πια ουδέτερος. Η δραστηριότητα του εν λόγω φορέα παροχής φιλοξενίας δεν θα διατηρούσε τον τεχνικό, αυτόματο και παθητικό χαρακτήρα της, πράγμα που θα σήμαινε ότι ο φορέας αυτός θα είχε γνώση των αποθηκευμένων πληροφοριών και θα τις ήλεγχε.

Επιπλέον, ακόμη και αν δεν υφίστατο τέτοιος κίνδυνος, ένας φορέας παροχής φιλοξενίας που ασκεί τέτοιο γενικό έλεγχο θα μπορούσε κατ’ αρχήν να θεωρηθεί υπεύθυνος για κάθε παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία, χωρίς όντως να πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας αυτής.

Ασφαλώς, το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31 εξαρτά την ευθύνη του μεσάζοντος παρόχου από πραγματική γνώση της παράνομης δραστηριότητας ή πληροφορίας. Ωστόσο, σε περίπτωση γενικής υποχρέωσης ελέγχου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο παράνομος χαρακτήρας κάθε δραστηριότητας ή πληροφορίας φέρεται σε γνώση του μεσάζοντος παρόχου ως εκ της θέσεώς του και αυτός πρέπει να αποσύρει τις πληροφορίες αυτές ή να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση σε αυτές, χωρίς να έχει αντιληφθεί το παράνομο περιεχόμενο (11). Ως εκ τούτου, η λογική της σχετικής ασυλίας από την ευθύνη για τις πληροφορίες που αποθηκεύονται από μεσάζοντα πάροχο θα ανατρεπόταν συστηματικά, πράγμα που θα μπορούσε να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31.

Εν ολίγοις, ο ρόλος του φορέα παροχής φιλοξενίας που ασκεί τέτοιο γενικό έλεγχο δεν θα είναι πια ουδέτερος, δεδομένου ότι η δραστηριότητα του φορέα αυτού δεν θα διατηρήσει τον τεχνικό, αυτόματο και παθητικό χαρακτήρα της, πράγμα που σημαίνει ότι ο εν λόγω φορέας θα λαμβάνει γνώση των αποθηκευμένων πληροφοριών και θα τις ελέγχει. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή μιας γενικής υποχρέωσης ελέγχου, η οποία επιβάλλεται σε φορέα παροχής φιλοξενίας στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων εκδοθείσας εκ των προτέρων σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/31, θα μπορούσε να καταστήσει το άρθρο 14 της ίδιας οδηγίας ανεφάρμοστο όσον αφορά αυτόν τον φορέα.

Συνεπώς, από συνδυαστική ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 3, και του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 συνάγω ότι υποχρέωση που στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων επιβάλλεται σε μεσάζοντα πάροχο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, όσον αφορά το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των αποθηκευμένων πληροφοριών, ότι ο ρόλος αυτού του μεσάζοντος παρόχου δεν είναι πια ουδέτερος υπό την έννοια που περιγράφεται στην προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων.

Η εφαρμοστέα σε συγκεκριμένη περίπτωση υποχρέωση ελέγχου

Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 47 της οδηγίας 2000/31, η κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής απαγόρευση επιβολής γενικών υποχρεώσεων δεν αφορά τις υποχρεώσεις ελέγχου που έχουν εφαρμογή σε συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, από το γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/31 προκύπτει ότι φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να προλάβει μια παράβαση, πράγμα που λογικά συνεπάγεται, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, κάποια μορφή ελέγχου στο μέλλον, χωρίς ο έλεγχος αυτός να μετατρέπεται σε γενική υποχρέωση ελέγχου (12). Το άρθρο 18 της οδηγίας αυτής απαιτεί επιπλέον από τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε τα ένδικα βοηθήματα του εθνικού δικαίου όσον αφορά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας να καθιστούν δυνατή την ταχεία λήψη μέτρων, προκειμένου ιδίως να προλαμβάνεται κάθε νέα προσβολή των περί ων πρόκειται συμφερόντων.

Εξάλλου, από την απόφαση L’Oréal κ.λπ.(13) προκύπτει ότι φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να λάβει μέτρα που συμβάλλουν στην πρόληψη νέων προσβολών της ίδιας φύσης από τον ίδιο αποδέκτη.

Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο ερμήνευσε όχι μόνον τις διατάξεις της οδηγίας 2000/31, αλλά και αυτές της οδηγίας 2004/48/ΕΚ (14). Πάντως, με αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο όρισε την υποχρέωση ελέγχου σύμφωνα με τις απαιτήσεις που τίθενται από τις οδηγίες αυτές σε αντίθεση με την υποχρέωση που απαγορεύεται από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31, δηλαδή την υποχρέωση ενεργού ελέγχου του συνόλου ή σχεδόν του συνόλου των δεδομένων, προκειμένου να προληφθεί κάθε μελλοντική προσβολή (15). Ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο πλαίσιο της απόφασης L’Oréal κ.λπ. (16) και από τις αναφορές στην οδηγία 2004/48, οι εκτιμήσεις στην εν λόγω απόφαση σχετικά με τις κατά το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεις των φορέων παροχής φιλοξενίας, σε συνάρτηση με τον γενικό χαρακτήρα τους ή όχι, είναι διατομεακής φύσης και, ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση.

Κατά συνέπεια, προκειμένου να προληφθεί κάθε μελλοντική προσβολή, ο φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί, στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, να αποσύρει παράνομες πληροφορίες που δεν είχαν ακόμη δημοσιευθεί κατά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, χωρίς η δημοσίευση των πληροφοριών αυτών να έχει έλθει, εκ νέου και χωριστά από την αρχική αγωγή για την απόσυρση, σε γνώση του.

Ωστόσο, για να μην καταλήξει στην επιβολή γενικής υποχρέωσης, η υποχρέωση ελέγχου πρέπει, όπως φαίνεται να προκύπτει από την απόφαση L’Oréal κ.λπ. (17), να πληροί πρόσθετες απαιτήσεις, ήτοι να πρόκειται για προσβολές της ίδιας φύσης, από τον ίδιο αποδέκτη, των ίδιων δικαιωμάτων, στην υπόθεση δε εκείνη, του δικαιώματος επί σημάτων.

Επομένως, συμπεραίνω ότι ο ενεργός έλεγχος δεν είναι ασυμβίβαστος με την οδηγία 2000/31, αντιθέτως προς τον ενεργό έλεγχο ο οποίος δεν αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση προσβολής.

Στην ίδια αλληλουχία, ανέφερα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Mc Fadden (18), η οποία αφορούσε φορέα παροχής πρόσβασης σε δίκτυο επικοινωνιών κατά την έννοια του άρθρου 12 της οδηγίας 2000/31, λαμβάνοντας υπόψη τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2000/31, ότι, για να μπορέσει να θεωρηθεί ότι υποχρέωση ελέγχου έχει εφαρμογή σε συγκεκριμένη περίπτωση, η υποχρέωση αυτή πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι περιορισμένη από απόψεως αντικειμένου και διάρκειας του ελέγχου.

Νομίζω ότι οι γενικές αυτές απαιτήσεις που διατυπώθηκαν με αφηρημένο τρόπο μπορούν να εφαρμοστούν σε περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, παρά το γεγονός ότι, κατά την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή, σε φορείς παροχής φιλοξενίας όπως η Facebook Ireland, εκτιμήσεων που αφορούν την υποχρέωση ελέγχου όσον αφορά τους φορείς παροχής πρόσβασης σε δίκτυο επικοινωνιών, όπως το διαδίκτυο, οι ρόλοι αυτών των μεσαζόντων παρόχων είναι διαφορετικοί. Για παράδειγμα, αν λάβουμε υπόψη έναν φορέα παροχής φιλοξενίας όπως η Facebook Ireland, το περιεχόμενο της πλατφόρμας του φαίνεται να αποτελείται από το σύνολο των αποθηκευμένων δεδομένων, ενώ, για έναν φορέα παροχής πρόσβασης στο διαδίκτυο, αυτό το περιεχόμενο αντιπροσωπεύει ένα πολύ μικρό μέρος των μεταδιδόμενων δεδομένων. Αντιθέτως, ο χαρακτήρας και η ένταση της συμμετοχής ενός φορέα παροχής φιλοξενίας στην επεξεργασία του ψηφιακού περιεχομένου διαφέρουν σημαντικά από εκείνους ενός φορέα παροχής πρόσβασης στο διαδίκτυο. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ένας φορέας παροχής φιλοξενίας είναι σε καλύτερη θέση να λάβει μέτρα για την αναζήτηση και τη διαγραφή των παράνομων πληροφοριών από ό,τι ένας φορέας παροχής πρόσβασης.

Επιπλέον, η απαίτηση σχετικά με τον χρονικό περιορισμό μιας υποχρέωσης ελέγχου αντικατοπτρίζεται σε διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου (19). Μολονότι από τη νομολογία προκύπτει ότι ο χρονικός περιορισμός μιας υποχρέωσης η οποία επιβάλλεται στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων μάλλον αφορά την προβληματική των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης (20), φρονώ ότι η υποχρέωση μόνιμου ελέγχου θα ήταν δύσκολο να συμβιβαστεί με υποχρέωση που έχει εφαρμογή σε συγκεκριμένη περίπτωση κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψης 47 της οδηγίας 2000/31.

Κατά συνέπεια, ο στοχευμένος χαρακτήρας μιας υποχρέωσης ελέγχου θα πρέπει να αξιολογείται λαμβανομένων υπόψη της διάρκειας του ελέγχου αυτού, καθώς και λεπτομερειών σχετικά με τη φύση των παραβάσεων, τον δράστη τους και το αντικείμενό τους. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι αλληλεξαρτώμενα και αλληλένδετα. Συνεπώς, πρέπει να εκτιμηθούν με τρόπο συνολικό προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν απόφαση ασφαλιστικών μέτρων στοιχεί με την απαγόρευση του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31.

 

3)      Ενδιάμεσα συμπεράσματα

Για να ανακεφαλαιώσω αυτό το σκέλος της ανάλυσής μου, πρώτον, από συνδυαστική ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 3, και του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 προκύπτει ότι υποχρέωση που επιβάλλεται σε μεσάζοντα πάροχο στο πλαίσιο απόφασης oασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου, όσον αφορά το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των αποθηκευμένων πληροφοριών, ο ρόλος αυτού του μεσάζοντος παρόχου δεν θα είναι πια τεχνικός, αυτόματος και παθητικός, πράγμα που συνεπάγεται ότι ο συγκεκριμένος φορέας παροχής φιλοξενίας γνωρίζει αυτές τις πληροφορίες και τις ελέγχει (21).

Δεύτερον, ο ενεργός έλεγχος δεν είναι ασυμβίβαστος με την οδηγία 2000/31, αντιθέτως προς τον ενεργό έλεγχο ο οποίος δεν αφορά συγκεκριμένη περίπτωση προσβολής (22).

Τρίτον, ο στοχευμένος χαρακτήρας μιας υποχρέωσης ελέγχου πρέπει να αξιολογείται λαμβανομένων υπόψη της διάρκειας του ελέγχου αυτού, καθώς και διευκρινίσεων σχετικά με τη φύση των περί ων πρόκειται παραβάσεων, τον δράστη τους και το αντικείμενό τους (23).

Ακριβώς υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών πρέπει να εξεταστεί το προσωπικό και το καθ’ ύλην πεδίο της υποχρέωσης ελέγχου την οποία έχει ένας πάροχος που εκμεταλλεύεται πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Το πεδίο αυτό συνίσταται, εν προκειμένω, στην έρευνα και στον εντοπισμό, εντός του αποθηκευμένου περιεχομένου, πληροφοριών πανομοιότυπων με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη από το επιληφθέν δικαστήριο, καθώς και στην αναζήτηση πληροφοριών παρόμοιων με αυτήν.

 

4)      Εφαρμογή εν προκειμένω

 

Οι πανομοιότυπες πληροφορίες με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη

Με εξαίρεση τη Facebook Ireland, όλοι οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι δυνατόν να διαταχθεί ένας φορέας παροχής φιλοξενίας να διαγράψει ή να εμποδίσει την πρόσβαση στα πανομοιότυπα σχόλια με εκείνο που χαρακτηρίστηκε ως παράνομο τα οποία δημοσιεύθηκαν από τον ίδιο χρήστη. Η ενάγουσα, η Αυστριακή και η Λεττονική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το ίδιο ισχύει για τα σχόλια που δημοσιεύονται από άλλους χρήστες.

Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά στις «πανομοιότυπες πληροφορίες» αφορούσε τις δημοσιεύσεις φωτογραφιών της ενάγουσας συνοδευόμενων με το ίδιο κείμενο. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι αμφιβολίες του αφορούν ιδίως το αν η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που εκδόθηκε κατά της Facebook Ireland μπορεί να επεκταθεί στα σχόλια (συνοδευτικά μηνύματα) πανομοιότυπου περιεχομένου και στα σχόλια παρόμοιου περιεχομένου. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η αναφορά στις «πανομοιότυπες πληροφορίες» έχει την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στις χειρογραφικές και ακριβείς αναπαραγωγές της πληροφορίας την οποία έχει χαρακτηρίσει ως παράνομη και, όπως υποστηρίζει η Αυστριακή Κυβέρνηση, στις αυτοματοποιημένες αναπαραγωγές, που πραγματοποιούνται μέσω της λειτουργίας της «κοινοποίησης».

Συναφώς, είμαι της γνώμης ότι φορέας παροχής φιλοξενίας ο οποίος εκμεταλλεύεται πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης δύναται να υποχρεωθεί, προκειμένου να εκτελέσει απόφαση ασφαλιστικών μέτρων εκδοθείσα από δικαστήριο κράτους μέλους, να αναζητήσει και να εντοπίσει όλες τις πληροφορίες που είναι πανομοιότυπες με εκείνη που το δικαστήριο αυτό χαρακτήρισε ως παράνομη.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την ανάλυση μου, φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να προλάβει κάθε νέα προσβολή του ίδιου είδους και του ίδιου αποδέκτη μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας (24). Σε μια τέτοια περίπτωση, πράγματι πρόκειται για συγκεκριμένη περίπτωση ειδικά προσδιορισμένης προσβολής, οπότε η υποχρέωση εντοπισμού, μεταξύ των πληροφοριών που προέρχονται από ένα μόνο χρήστη, των πληροφοριών που είναι πανομοιότυπες με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη δεν αποτελεί γενική υποχρέωση ελέγχου.

Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο ισχύει για τις πανομοιότυπες πληροφορίες με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη οι οποίες δημοσιεύονται από άλλους χρήστες. Έχω επίγνωση του ότι η συλλογιστική αυτή οδηγεί στην ένταξη κάθε χρήστη στο προσωπικό πεδίο μιας υποχρέωσης ελέγχου όλων τους χρηστών και, συνεπώς, στην ένταξη στο πεδίο αυτό όλων τις πληροφοριών που δημοσιεύονται μέσω πλατφόρμας.

Ωστόσο, η υποχρέωση αναζήτησης και εντοπισμού των πανομοιότυπων πληροφοριών με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη από το επιληφθέν δικαστήριο επικεντρώνεται πάντοτε στην ειδική περίπτωση παράβασης. Επιπλέον, πρόκειται για υποχρέωση που επιβάλλεται στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία παράγει τα αποτελέσματά της μέχρι την ύπαρξη αμετάκλητης απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς. Επομένως, μια τέτοια υποχρέωση που επιβάλλεται σε φορέα παροχής φιλοξενίας είναι, λόγω της φύσης των πραγμάτων, περιορισμένη χρονικά.

Εξάλλου, η αναπαραγωγή του ίδιου περιεχομένου από οποιονδήποτε χρήστη πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης μου φαίνεται, κατά κανόνα, ανιχνεύσιμη με τη χρήση εργαλείων πληροφορικής, και τούτο χωρίς ο φορέας παροχής φιλοξενίας να υποχρεωθεί να χρησιμοποιήσει ενεργό και μη αυτόματο φιλτράρισμα όλων των πληροφοριών που δημοσιεύονται μέσω της πλατφόρμας του.

Επιπλέον, η επιβολή της υποχρέωσης αναζήτησης και εντοπισμού όλων των πληροφοριών που είναι πανομοιότυπες με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη καθιστά δυνατή την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συγκρουόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Ευθύς εξαρχής, η έρευνα και ο εντοπισμός των πανομοιότυπων πληροφοριών με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη από το επιληφθέν δικαστήριο δεν απαιτούν περίπλοκα τεχνικά μέσα που μπορούν να συνιστούν εξαιρετική επιβάρυνση. Συνεπώς, μια τέτοια υποχρέωση δεν συνιστά υπερβολική προσβολή του δικαιώματος στην επιχειρηματική ελευθερία ενός φορέα παροχής φιλοξενίας ο οποίος εκμεταλλεύεται πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης όπως η Facebook Ireland βάσει του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

Ακολούθως, λαμβανομένης υπόψη της ευκολίας αναπαραγωγής των πληροφοριών στο περιβάλλον του διαδικτύου, η αναζήτηση και ο εντοπισμός των πανομοιότυπων πληροφοριών με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη είναι αναγκαίοι για τη διασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα.

Τέλος, μια τέτοια υποχρέωση σέβεται το θεμελιώδες δικαίωμα των χρηστών του διαδικτύου στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη, στο μέτρο που η προστασία της ελευθερίας αυτής δεν πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίζεται με απόλυτο τρόπο, αλλά πρέπει να σταθμίζεται με την προστασία άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Όσον αφορά τις πανομοιότυπες πληροφορίες με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη, αυτές συνιστούν, εκ των προτέρων και κατά κανόνα, επαναλήψεις μιας προσβολής που χαρακτηρίστηκε συγκεκριμένα ως παράνομη. Οι επαναλήψεις αυτές θα πρέπει να τυγχάνουν πανομοιότυπου χαρακτηρισμού, ο οποίος όμως πρέπει να μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα, ιδίως, με το πλαίσιο του φερόμενου ως παράνομου σχολίου. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι οι τρίτοι που ενδέχεται να επηρεάζονται έμμεσα από αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι διάδικοι στις δίκες στο πλαίσιο των οποίων εκδίδονται οι αποφάσεις αυτές. Ιδίως για τον λόγο αυτόν πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα των εν λόγω τρίτων να προσβάλουν, ενώπιον δικαστηρίου, τα εκτελεστικά μέτρα που φορέας παροχής φιλοξενίας λαμβάνει βάσει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (25), χωρίς η δυνατότητα αυτή να εξαρτάται από τη συνδρομή στο πρόσωπό τους της ιδιότητας του διαδίκου της δίκης επί της ουσίας (26).

 

2)      Οι παρόμοιες πληροφορίες

Όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο της υποχρέωσης ελέγχου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υπόκειται στην υποχρέωση να αποσύρει τα σχόλια παρόμοιου περιεχομένου με εκείνο που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομο τα οποία δημοσιεύθηκαν από τον ίδιο χρήστη. Αντιθέτως, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η δυνατότητα επιβολής μιας τέτοιας υποχρέωσης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της στάθμισης των επίμαχων συμφερόντων. Μόνον η ενάγουσα θεωρεί ότι είναι δυνατόν να διαταχθεί φορέας παροχής φιλοξενίας να αποσύρει σχόλια παρόμοιου περιεχομένου με εκείνο που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομο τα οποία δημοσιεύθηκαν από άλλους χρήστες.

Η αναφορά στις «παρόμοιες πληροφορίες» ή στις πληροφορίες «παρόμοιου περιεχομένου» δημιουργεί ερμηνευτικές δυσκολίες, καθόσον το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει την έννοια των φράσεων αυτών. Ωστόσο, από την απόφαση περί παραπομπής μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η φράση πληροφορίες «παρόμοιου περιεχομένου» αφορά τις πληροφορίες που αποκλίνουν ελάχιστα από την αρχική πληροφορία ή τις καταστάσεις όπου το μήνυμα παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο. Αντιλαμβάνομαι αυτές τις αναφορές υπό την έννοια ότι η αναπαραγωγή πληροφορίας, έχουσας χαρακτηριστεί ως παράνομης, η οποία περιέχει σφάλμα πληκτρολόγησης ή διαφοροποιείται ελαφρώς ως προς τη σύνταξη ή τα σημεία στίξης είναι «παρόμοια πληροφορία». Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν ο παρόμοιος χαρακτήρας του οποίου γίνεται μνεία στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα βαίνει πέρα από τις περιπτώσεις αυτές.

Ασφαλώς, από την απόφαση L’Oréal κ.λπ.(27) προκύπτει ότι ο πάροχος υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας μπορεί να υποχρεωθεί να λάβει μέτρα που συμβάλλουν στην πρόληψη νέων, της ίδιας φύσης, προσβολών των ίδιων δικαιωμάτων.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύχθηκε η σχετική νομολογία, δηλαδή εκείνο των προσβολών των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Κατά κανόνα, τέτοιες προσβολές συνίστανται στη δημοσίευση ίδιου περιεχομένου με το προστατευόμενο ή, τουλάχιστον, παρόμοιου περιεχομένου με το προστατευόμενο, οι δε ενδεχόμενες τροποποιήσεις του, οι οποίες μερικές φορές είναι δύσκολο να συντελεστούν, απαιτούν ειδική παρέμβαση.

Αντιθέτως, είναι ασυνήθιστο μια δυσφημιστική πράξη να επαναλαμβάνει τους ακριβείς όρους μιας πράξης της ίδιας φύσης. Αυτό οφείλεται, εν μέρει, στον προσωποποιημένο τρόπο με τον οποίο εκφράζονται οι ιδέες. Επιπλέον, σε αντίθεση με τις προσβολές των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι δυσφημιστικές πράξεις που έπονται της αρχικής δυσφημιστικής πράξης αναπαράγουν το γεγονός του σχολιασμού που θίγει την τιμή ενός προσώπου και όχι τη μορφή της αρχικής πράξης. Για τον λόγο αυτόν, σε περίπτωση δυσφήμησης, η απλώς και μόνον αναφορά πράξεων της ίδιας φύσης δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ίδιο ρόλο όπως όταν πρόκειται για προσβολές των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.

Ούτως ή άλλως, η ερμηνεία της φράσης «παρόμοιες πληροφορίες» είναι ικανή να επηρεάσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης ελέγχου και την άσκηση των συγκρουόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επομένως, ένα δικαστήριο που αποφασίζει, στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, σχετικά με την απόσυρση των «παρόμοιων πληροφοριών» πρέπει να τηρεί την αρχή της ασφάλειας δικαίου και να διασφαλίζει ότι τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων είναι σαφή, συγκεκριμένα και προβλέψιμα. Προς τούτο, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει τα συγκρουόμενα θεμελιώδη δικαιώματα και να λάβει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

Μη θιγομένων των ανωτέρω εκτιμήσεων, λαμβάνοντας υπόψη πάλι την απόφαση L’Oréal κ.λπ.(28) είμαι της γνώμης ότι, κατά μείζονα λόγο, φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να εντοπίσει πληροφορίες οι οποίες είναι παρόμοιες με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη και προέρχονται από τον ίδιο χρήστη. Συναφώς, επίσης στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να διασφαλίζεται στον εν λόγω χρήστη η δυνατότητα να αμφισβητήσει, ενώπιον δικαστηρίου, τα μέτρα που ο φορέας παροχής φιλοξενίας έλαβε στο πλαίσιο της εκτέλεσης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.

Αντιθέτως, ο εντοπισμός πληροφοριών παρόμοιων με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη οι οποίες προέρχονται από άλλους χρήστες θα απαιτούσε τον έλεγχο του συνόλου των πληροφοριών που δημοσιεύονται μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης. Πάντως, αντιθέτως προς τις πανομοιότυπες πληροφορίες με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη, οι πληροφορίες που είναι παρόμοιες με αυτήν δεν μπορούν να εντοπιστούν χωρίς ο φορέας παροχής φιλοξενίας να χρησιμοποιήσει περίπλοκες λύσεις. Κατά συνέπεια, όχι μόνον ο ρόλος του παρόχου που ασκεί γενικό έλεγχο δεν θα είναι πια ουδέτερος, υπό την έννοια ότι δεν θα είναι μόνον τεχνικός, αυτόματος και παθητικός, αλλά και ο εν λόγω πάροχος, ασκώντας μια μορφή λογοκρισίας, θα καταστεί πρόσωπο που έχει ενεργό συμβολή στη συγκεκριμένη πλατφόρμα.

Επιπλέον, υποχρέωση εντοπισμού πληροφοριών παρόμοιων με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη οι οποίες προέρχονται από οποιονδήποτε χρήστη δεν θα διασφάλιζε δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα, του δικαιώματος στην επιχειρηματική ελευθερία, καθώς και του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση και ενημέρωση. Αφενός, η έρευνα και ο εντοπισμός των πληροφοριών αυτών θα απαιτούσαν δαπανηρές λύσεις, οι οποίες θα έπρεπε να αναπτυχθούν και να εισαχθούν από τον φορέα παροχής φιλοξενίας. Αφετέρου, η εφαρμογή των λύσεων αυτών θα οδηγούσε σε λογοκρισία, με αποτέλεσμα να είναι πιθανός ο συστηματικός περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης και ενημέρωσης.

Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που προεκτέθηκαν, προτείνω να δοθεί στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, κατά το μέρος που αφορούν το προσωπικό και το καθ’ ύλην πεδίο της υποχρέωσης ελέγχου, η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται όπως φορέας παροχής φιλοξενίας ο οποίος εκμεταλλεύεται πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης υποχρεωθεί, στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, να αναζητήσει και να εντοπίσει, μεταξύ όλων των πληροφοριών που δημοσιεύονται από τους χρήστες της πλατφόρμας αυτής, τις πανομοιότυπες πληροφορίες με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτή την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ο φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να αναζητήσει και να εντοπίσει τις παρόμοιες πληροφορίες με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη μόνο μεταξύ των πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν από τον χρήστη ο οποίος δημοσίευσε την πληροφορία αυτή. Δικαστήριο που διατάσσει την απόσυρση τέτοιων παρόμοιων πληροφοριών πρέπει να διασφαλίσει ότι τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του ασφαλιστικών μέτρων είναι σαφή, συγκεκριμένα και προβλέψιμα. Προς τούτο, πρέπει να σταθμίσει τα συγκρουόμενα θεμελιώδη δικαιώματα και να λάβει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

 

3.      Ως προς την απόσυρση σε παγκόσμια κλίμακα

1)      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Θα ασχοληθώ τώρα με τις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ως προς το εδαφικό πεδίο της υποχρέωσης απόσυρσης. Οι αμφιβολίες αυτές αφορούν, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να αποσύρει περιεχόμενο που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομο βάσει του εθνικού δικαίου κράτους μέλους, όχι μόνο σε αυτό το κράτος μέλος, αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα.

Προκαταρκτικώς, είναι αληθές ότι η Facebook Ireland εκμεταλλεύεται, ως θυγατρική της Facebook Inc., ηλεκτρονική πλατφόρμα αποκλειστικά για χρήστες εκτός Ηνωμένων Πολιτειών και Καναδά. Ωστόσο, η περίσταση αυτή δεν φαίνεται να είναι ικανή να αποκλείσει τη σε παγκόσμια κλίμακα απόσυρση των πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν μέσω της πλατφόρμας αυτής. Πράγματι, η Facebook Ireland δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι είναι σε θέση να διασφαλίσει μια τέτοια απόσυρση σε παγκόσμια κλίμακα.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έχει εναρμονίσει τους ουσιαστικούς κανόνες που αφορούν την προσβολή της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα, συμπεριλαμβανομένης της δυσφήμησης (29). Επιπλέον, ελλείψει συναίνεσης στο επίπεδο της Ένωσης (30), ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έχει εναρμονίσει ούτε τους κανόνες άρσης συγκρούσεων στον εν λόγω τομέα (31). Επομένως, για την εκδίκαση των αγωγών λόγω δυσφήμησης, κάθε δικαστήριο της Ένωσης ανατρέχει στο δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο βάσει των εθνικών κανόνων άρσης συγκρούσεων.

Η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση διαφέρει, εξαρχής, από εκείνη που αποτέλεσε την αφετηρία της ανάλυσής μου σχετικά με την εδαφική έκταση της απενεργοποίησης των αποτελεσμάτων μηχανής αναζήτησης στην υπόθεση Google (Εδαφική έκταση της απενεργοποίησης δεδομένων)(32), την οποία επικαλέστηκαν η Facebook Ireland και η Λεττονική Κυβέρνηση. Η υπόθεση εκείνη αφορά την οδηγία 95/46/ΕΚ (33), η οποία εναρμονίζει, στο επίπεδο της Ένωσης, ορισμένους ουσιαστικούς κανόνες για την προστασία των δεδομένων. Ιδίως το γεγονός ότι οι κανόνες σε αυτόν τον τομέα είναι εναρμονισμένοι είναι εκείνο που με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ένας πάροχος πρέπει να υποχρεώνεται να διαγράψει τα αποτελέσματα που εμφανίζονται κατόπιν έρευνας που πραγματοποιείται όχι μόνον από τόπο εντός ενός μόνον κράτους μέλους, αλλά και από τόπο εντός της Ένωσης (34). Ωστόσο, στις προτάσεις μου στην υπόθεση εκείνη, δεν απέκλεισα ότι μπορεί να υπάρχουν καταστάσεις όπου το συμφέρον της Ένωσης απαιτεί την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας πέραν του εδάφους της Ένωσης (35).

Κατά συνέπεια, όσον αφορά τις δυσφημιστικές προσβολές, η επιβολή εντός ενός κράτους μέλους της υποχρέωσης απόσυρσης ορισμένων πληροφοριών σε παγκόσμια κλίμακα, για όλους τους χρήστες ηλεκτρονικής πλατφόρμας, λόγω του παράνομου χαρακτήρα των εν λόγω πληροφοριών βάσει του εφαρμοστέου δικαίου, θα συνεπαγόταν ότι η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα τους παράγει αποτελέσματα σε άλλα κράτη. Με άλλα λόγια, η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών θα εκτεινόταν στο έδαφος αυτών των άλλων κρατών. Ωστόσο, δεν αποκλείεται ότι, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν οριστεί ως εφαρμοστέοι βάσει των εθνικών κανόνων των κρατών αυτών για την άρση συγκρούσεων, η κρίσιμη πληροφορία θα μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη.

Όπως δείχνει η συζήτηση μεταξύ των διαδίκων, αφενός, η απροθυμία να αναγνωριστούν τέτοια εξωεδαφικά αποτελέσματα σε αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων απηχεί την άποψη της Facebook Ireland καθώς και αυτήν της Λετοννικής, της Πορτογαλικής και της Φινλανδικής Κυβέρνησης. Αφετέρου, με εξαίρεση την Πορτογαλική Κυβέρνηση, οι εν λόγω μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία φαίνεται να έχουν αμφιβολίες επίσης ως προς την εδαφική έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κράτους μέλους. Στην ουσία, φαίνεται να θεωρούν ότι το δικαστήριο κράτους μέλους δεν μπορεί να διατάξει, στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων κατά φορέα παροχής φιλοξενίας, την απόσυρση του περιεχομένου εκτός του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να αναλύσω τα δύο αυτά ζητήματα, δηλαδή το εδαφικό πεδίο της υποχρέωσης απόσυρσης και την έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κράτους μέλους, αρχίζοντας από το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, το οποίο, κατά κανόνα, προηγείται του ουσιαστικού ζητήματος.

 

2)      Ως προς την εδαφική έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας

Η οδηγία 2000/31 δεν ρυθμίζει τη διεθνή δικαιοδοσία για την έκδοση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την απόφαση eDate Advertising κ.λπ. (36), σε περίπτωση φερόμενης προσβολής του δικαιώματος στην προσωπικότητα μέσω περιεχομένου αναρτημένου σε ιστότοπο, το πρόσωπο που θεωρεί ότι προσβλήθηκε έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στα έχοντα διεθνή δικαιοδοσία βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 (37) δικαστήρια των κρατών μελών. Πράγματι, ενώ οι κανόνες άρσης συγκρούσεων στο πεδίο της δυσφήμησης δεν είναι εναρμονισμένοι στο επίπεδο της Ένωσης, αυτό δεν ισχύει όσον αφορά τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας.

Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι οι περιεχόμενοι στον κανονισμό 1215/2012 κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας έχουν εφαρμογή επίσης στις διαφορές που αφορούν τη διαγραφή δυσφημιστικού περιεχομένου που δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο (38). Επιπλέον, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι, εν προκειμένω, μια τέτοια αγωγή δεν ασκήθηκε κατά του αποστολέα αλλά κατά του φορέα παροχής φιλοξενίας του περιεχομένου που δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο. Τούτου λεχθέντος, δεν θα προτείνω στο Δικαστήριο να αναδιατυπώσει τα προδικαστικά ερωτήματα, καθόσον μόνον οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία έχουν αμφιβολίες ως προς την εδαφική έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Ωστόσο, θα ήθελα να διατυπώσω μερικές παρατηρήσεις συναφώς.

Κατά την απόφαση eDate Advertising κ.λπ. (39), όποιος θεωρεί ότι έχει ζημιωθεί δύναται να προσφύγει, μεταξύ άλλων, στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του. Τα δικαστήρια αυτά έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν επί του συνόλου της προκληθείσας ζημίας. Φαίνεται ότι, εν προκειμένω, το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε η ενάγουσα είναι εκείνο του τόπου όπου βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων της (40).

Είναι αληθές ότι, στην απόφαση eDate Advertising κ.λπ. (41), το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρόσωπο που θεωρεί ότι ζημιώθηκε μπορεί, ανάλογα με τον τόπο επέλευσης της προκληθείσας ζημίας εντός της Ένωσης, να προσφύγει σε δικαστήριο για το σύνολο της ζημίας αυτής. Ασφαλώς, αυτό μπορεί να κάνει κάποιον να σκεφθεί ότι η εδαφική έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας του εν λόγω δικαστηρίου δεν θα εκτείνεται στα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με το έδαφος τρίτων κρατών. Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή ευθυγραμμίζεται περισσότερο με το γεγονός ότι ένα δικαστήριο, προκειμένου να έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του κανονισμού 1215/2012, όσον αφορά τον τόπο επέλευσης της ζημίας, πρέπει να είναι δικαστήριο κράτους μέλους. Εξάλλου, με εξαίρεση αυτή την εκτίμηση, το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένως στην απόφαση εκείνη ότι το εν λόγω δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί του συνόλου της βλάβης που προκλήθηκε από δυσφήμηση (42).

Εξ αυτών συνάγω ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Facebook Ireland και η Λεττονική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, το δικαστήριο κράτους μέλους δύναται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επί της απόσυρσης περιεχομένου εκτός του εδάφους αυτού του κράτους μέλους, δεδομένου ότι η εδαφική έκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας του έχει καθολικό χαρακτήρα (43). Δικαστήριο κράτους μέλους δύναται να εμποδιστεί να αποφανθεί επί της απόσυρσης σε παγκόσμια κλίμακα όχι για λόγους διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλά, ενδεχομένως, για ουσιαστικούς λόγους.

Πρέπει τώρα να εξεταστεί το ζήτημα των εξωεδαφικών αποτελεσμάτων των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων κατά φορέων παροχής φιλοξενίας, το οποίο, εν προκειμένω, όπως εξέθεσα στο σημείο 81 των παρουσών προτάσεων, περιορίζεται στο ζήτημα του εδαφικού πεδίου της υποχρέωσης απόσυρσης.

 

3)      Ως προς το εδαφικό πεδίο της υποχρέωσης απόσυρσης

Ευθύς εξαρχής, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως δέχεται η Φινλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 δεν ρυθμίζει τα εδαφικά αποτελέσματα των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων κατά των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Επιπλέον, υπό την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2000/31, οι υποχρεώσεις απόσυρσης που στο πλαίσιο αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων επιβάλλονται σε αυτούς τους παρόχους διέπονται από το εθνικό δίκαιο.

Επιπλέον, είναι δύσκολο, ελλείψει ρύθμισης της Ένωσης σχετικά με την προσβολή της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα, να δικαιολογηθούν τα εδαφικά αποτελέσματα απόφασης ασφαλιστικών μέτρων με επίκληση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 1, 7 και 8 του Χάρτη. Πράγματι, το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη ακολουθεί το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και όχι το αντίστροφο (44), και εν προκειμένω η αγωγή της ενάγουσας, επί της ουσίας, δεν ερείδεται στο δίκαιο της Ένωσης.

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν φαίνεται να επικαλείται δικαιώματα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και δεν προσάπτει στη Facebook Ireland ότι «προέβη» σε παράνομη επεξεργασία δεδομένων της, καθόσον η αγωγή της ερείδεται στις γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο δεν παραπέμπει σε νομικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης επί του θέματος αυτού. Παραπέμπει μόνο στην οδηγία 2000/31. Πάντως, από το άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή σε ζητήματα σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, τα οποία καλύπτονται από τις οδηγίες για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Τέλος, μολονότι από τον κανονισμό 1215/2012 μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα σχετικά με τα αποτελέσματα των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων στα κράτη μέλη, αυτό δεν συμβαίνει όσον αφορά τα εν λόγω αποτελέσματα εκτός της Ένωσης. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω κανονισμός δεν απαιτεί όπως απόφαση ασφαλιστικών μέτρων εκδοθείσα από δικαστήριο κράτους μέλους παραγάγει αποτελέσματα επίσης σε τρίτα κράτη. Επιπλέον, το γεγονός ότι ένα δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ουσίας δυνάμει ενός προβλεπόμενου από ο δίκαιο της Ένωσης κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ότι το δικαστήριο αυτό, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, εφαρμόζει μόνον ουσιαστικούς κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και, κατά συνέπεια, του Χάρτη.

Για τους λόγους αυτούς, τόσο το ζήτημα των εξωεδαφικών αποτελεσμάτων απόφασης ασφαλιστικών μέτρων επιβάλλουσας υποχρέωση απόσυρσης όσο και το ζήτημα του εδαφικού πεδίου μιας τέτοιας υποχρέωσης θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ανάλυσης με γνώμονα όχι μόνον το δίκαιο της Ένωσης, αλλά, ιδίως, το μη εναρμονισμένο στο επίπεδο της Ένωσης δημόσιο και ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (45). Πράγματι, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ως προς το ότι η κατάσταση την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και, επομένως, των κανόνων διεθνούς δικαίου που έχουν σημασία για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης (46).

Κατά συνέπεια, όσον αφορά το εδαφικό πεδίο της υποχρέωσης απόσυρσης που στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων επιβάλλεται σε φορέα παροχής φιλοξενίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι το πεδίο αυτό δεν ρυθμίζεται ούτε από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη της ίδιας οδηγίας και, επομένως, ότι η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στην επιβολή σε φορέα παροχής φιλοξενίας της υποχρέωσης να αποσύρει πληροφορίες που μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης δημοσιεύθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, το εν λόγω εδαφικό πεδίο δεν διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης, στο μέτρο που, εν προκειμένω, η αγωγή της ενάγουσας δεν ερείδεται σε αυτό.

Τούτου λεχθέντος, για λόγους πληρότητας και σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρότασή μου, θα διατυπώσω μερικές ακόμη παρατηρήσεις σχετικά με την απόσυρση των πληροφοριών που μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης δημοσιεύθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα.

Κατά το διεθνές δίκαιο, δεν αποκλείεται απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μπορέσει να παραγάγει «εξωεδαφικά» αποτελέσματα (47). Πάντως, όπως εξέθεσα στο σημείο 80 των παρουσών προτάσεων, μια τέτοια προσέγγιση θα συνεπαγόταν επέκταση, στο έδαφος άλλων κρατών μελών, της αναγνώρισης του παράνομου χαρακτήρα των σχετικών πληροφοριών, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα των πληροφοριών αυτών βάσει του δικαίου που ορίζεται ως εφαρμοστέο σύμφωνα με τους κανόνες των εν λόγω κρατών μελών για την άρση συγκρούσεων.

Επομένως, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί σιωπηρά αυτή την προσέγγιση στην απόφαση Bolagsupplysningen και Ilsjan (48). Είναι αληθές ότι, στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο ουδόλως αποφάνθηκε επί του δικαίου που έχει εφαρμογή σε αγωγή για τη διαγραφή περιεχομένου που δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη ότι οι πληροφορίες που αναρτώνται σε ιστότοπο είναι προσβάσιμες από παντού και του γεγονότος ότι η έκταση της διάδοσής τους είναι κατ’ αρχήν καθολική, η αγωγή για τη διαγραφή τους δύναται να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά το σύνολο της αγωγής αποζημιώσεως. Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο θα εφαρμόσει το δίκαιο ή τα δίκαια που έχουν οριστεί ως εφαρμοστέα βάσει των κανόνων άρσης συγκρούσεων (49). Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα δικαστήριο κράτους μέλους να εφαρμόσει, στο πλαίσιο αυτό, μόνον ένα δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο.

Ωστόσο, αν το δικαστήριο αυτό δεν μπορούσε να αποφανθεί σχετικά με τη διαγραφή πληροφοριών που διαδικτυακά αναρτήθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα, θα ετίθετο το ζήτημα ποιο δικαστήριο είναι σε καλύτερη θέση να αποφασίσει σχετικά με την εν λόγω διαγραφή. Στην πραγματικότητα, κάθε δικαστήριο θα αντιμετώπιζε τις δυσχέρειες που περιγράφτηκαν στο προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου. Επιπλέον, θα έπρεπε να απαιτείται από τον ενάγοντα, παρά αυτές τις πρακτικές δυσκολίες, να αποδείξει ότι η συγκεκριμένη πληροφορία που χαρακτηρίζεται ως παράνομη σύμφωνα με το δίκαιο που ορίζεται ως εφαρμοστέο δυνάμει των προβλεπομένων από το επιληφθέν κράτος μέλος κανόνων άρσης συγκρούσεων είναι παράνομη επίσης σύμφωνα με όλα τα δυνητικώς εφαρμοστέα δίκαια;

Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι εκτιμήσεις σχετικά με τον εδαφικό χαρακτήρα της προστασίας που απορρέει από τους ουσιαστικούς κανόνες που αφορούν την προσβολή της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα δεν αποκλείουν μια τέτοια απαίτηση, θα έπρεπε ακόμη να ληφθούν υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε παγκόσμια κλίμακα.

Πράγματι, όπως εξέθεσα σε διαφορετικό πλαίσιο, το έννομο συμφέρον του κοινού όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορία αναπόφευκτα θα ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική του θέση, από ένα τρίτο κράτος στο άλλο (50). Ως εκ τούτου, σε περίπτωση απόσυρσης σε παγκόσμια κλίμακα, υπάρχει κίνδυνος η πραγματοποίησή της να εμποδίσει πρόσωπα εγκατεστημένα σε κράτη άλλα από αυτό του επιληφθέντος δικαστηρίου να έχουν πρόσβαση στην πληροφορία.

Εν κατακλείδι, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί, θεωρητικά, να αποφανθεί σχετικά με την απόσυρση των πληροφοριών που μέσω του διαδικτύου δημοσιεύθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, λόγω των διαφορών μεταξύ, αφενός, των εθνικών νομοθεσιών και, αφετέρου, της προβλεπόμενης από αυτές προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα, και προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός των ευρέως διαδεδομένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει να επιδείξει αυτοπεριορισμό. Ως εκ τούτου, για λόγους διεθνούς αβρότητας (51), την οποία επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση, το δικαστήριο αυτό θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να περιορίσει τα εξωεδαφικά αποτελέσματα των αποφάσεών του ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με την προσβολή της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα (52). Η εφαρμογή της υποχρέωσης απόσυρσης δεν πρέπει να βαίνει πέρα από το αναγκαίο όριο για την προστασία του θιγέντος προσώπου. Επομένως, αντί της διαγραφής των πληροφοριών, το εν λόγω δικαστήριο θα μπορεί να διατάξει, αν είναι αναγκαίο, να καταστεί αδύνατη η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές με τη βοήθεια ενός γεωγραφικού μπλοκαρίσματος.

Οι εκτιμήσεις αυτές δεν μπορούν να κλονιστούν από το επιχείρημα της ενάγουσας ότι το γεωγραφικό μπλοκάρισμα των παράνομων πληροφοριών θα μπορούσε εύκολα να καταστρατηγηθεί από διακομιστή μεσολάβησης ή με άλλα μέσα.

Για να επαναλάβω τον προβληματισμό που διατυπώνεται στο πλαίσιο καταστάσεων που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης: η προστασία της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προσωπικότητα δεν απαιτείται να είναι απολύτως εγγυημένη, αλλά πρέπει να σταθμίζεται με την προστασία άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων (53). Επομένως, πρέπει να αποφεύγονται υπερβολικά μέτρα που αγνοούν τη μέριμνα να διασφαλιστεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων (54).

Με την επιφύλαξη των ανωτέρω συμπληρωματικών παρατηρήσεων, όσον αφορά το εδαφικό πεδίο της υποχρέωσης απόσυρσης, διατηρώ τη θέση που εξέθεσα στο σημείο 93 των παρουσών προτάσεων.

 

2.      Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/31 αντιτίθεται όπως εκδοθεί κατά φορέα παροχής φιλοξενίας απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που του επιβάλλει να αποσύρει από την πλατφόρμα του πληροφορίες παρόμοιες με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη στο πλαίσιο δίκης μετά από τότε που έλαβε γνώση των πληροφοριών αυτών.

Η ενάγουσα καθώς και η Αυστριακή, η Λεττονική, η Πορτογαλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 δεν εμποδίζει να διαταχθεί φορέας φιλοξενίας να αποσύρει πληροφορίες παρόμοιου περιεχομένου με εκείνη που κρίθηκε παράνομη, όταν αυτός έχει λάβει γνώση των πληροφοριών αυτών. Λαμβανομένης υπόψη της ανάλυσής της σχετικά με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η Facebook Ireland υποστηρίζει ότι παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

Συντάσσομαι με την άποψη την οποία, κατ’ ουσίαν, συμμερίζονται η ενάγουσα και όλες οι κυβερνήσεις.

Πράγματι, εφόσον η υποχρέωση απόσυρσης δεν συνεπάγεται γενικό έλεγχο των πληροφοριών που αποθηκεύονται από φορέα φιλοξενίας, αλλά απορρέει από τη γνώση κατόπιν ενημέρωσης από τον ενδιαφερόμενο ή από τρίτους, δεν υφίσταται παραβίαση της απαγόρευσης του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31.

Επομένως, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει να υποχρεωθεί φορέας παροχής φιλοξενίας να αποσύρει πληροφορίες παρόμοιου περιεχομένου με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη, όταν η υποχρέωση απόσυρσης δεν συνεπάγεται γενικό έλεγχο των πληροφοριών που αποθηκεύονται, αλλά απορρέει από γνώση κατόπιν ενημέρωσης από τον ενδιαφερόμενο, από τρίτους ή από άλλη πηγή.

 

VI.    Πρόταση

Κατόπιν όλων των εκτιμήσεων που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία) ως εξής:

1)      Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται όπως φορέας παροχής φιλοξενίας ο οποίος εκμεταλλεύεται πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης υποχρεωθεί, στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, να αναζητήσει και να εντοπίσει, μεταξύ όλων των πληροφοριών που δημοσιεύονται από τους χρήστες της πλατφόρμας αυτής, τις πανομοιότυπες πληροφορίες με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτή την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ο φορέας παροχής φιλοξενίας μπορεί να υποχρεωθεί να αναζητήσει και να εντοπίσει τις παρόμοιες πληροφορίες με εκείνη που χαρακτηρίστηκε ως παράνομη μόνο μεταξύ των πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν από τον χρήστη ο οποίος δημοσίευσε την πληροφορία αυτή. Δικαστήριο που διατάσσει την απόσυρση τέτοιων παρόμοιων πληροφοριών πρέπει να διασφαλίσει ότι τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του ασφαλιστικών μέτρων είναι σαφή, συγκεκριμένα και προβλέψιμα. Προς τούτο, πρέπει να σταθμίσει τα συγκρουόμενα θεμελιώδη δικαιώματα και να λάβει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

2)      Όσον αφορά το εδαφικό πεδίο της υποχρέωσης απόσυρσης που στο πλαίσιο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων επιβάλλεται σε φορέα παροχής φιλοξενίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι το πεδίο αυτό δεν ρυθμίζεται ούτε από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη της ίδιας οδηγίας και, επομένως, ότι η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στην επιβολή σε φορέα παροχής φιλοξενίας της υποχρέωσης να αποσύρει πληροφορίες που μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης δημοσιεύθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, το εν λόγω εδαφικό πεδίο δεν διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης, στο μέτρο που, εν προκειμένω, η αγωγή της ενάγουσας δεν ερείδεται σε αυτό.

3)      Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/31 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει να υποχρεωθεί φορέας παροχής φιλοξενίας να αποσύρει πληροφορίες παρόμοιου περιεχομένου με εκείνη που έχει χαρακτηριστεί ως παράνομη, όταν η υποχρέωση απόσυρσης δεν συνεπάγεται γενικό έλεγχο των πληροφοριών που αποθηκεύονται, αλλά απορρέει από γνώση κατόπιν ενημέρωσης από τον ενδιαφερόμενο, από τρίτους ή από άλλη πηγή.

Πηγή: ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ MACIEJ SZPUNAR της 4ης Ιουνίου 2019 Υπόθεση C‑18/18 Eva Glawischnig-Piesczek κατά Facebook Ireland Limited [αίτηση του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] / curia.europa.eu

ITLawyers RSS Feed

Μείνετε ενημερωμένοι με τα RSS Feed της ITLawyers.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε νέα και πληροφορίες απευθείας στον υπολογιστή σας, χρησιμοποιώντας News Reader (πρόγραμμα ανάγνωσης ειδήσεων) της επιλογής σας.

Δίκαιο & Τεχνολογία RSS
Πνευματικά Δικαιώματα RSS
Δελτία Τύπου RSS
Όλες οι κατηγορίες RSS
  • >
  • >
  • >

Ηλεκτρονικό Εμπόριο

News image

Το γραφείο μας είναι ένα από τα πρώτα δικηγορικά γραφεία που ασχολήθηκαν με τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από τη χρήση του διαδικτύου. Νομική κάλυψη ηλεκτρονικού καταστήματος, χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής,...

περισσότερα

Πνευματικά Δικαιώματα

News image

Η προστασία και η αξιοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι συχνά το πιο πολύτιμο, αλλά και ευάλωτο, περιουσιακό στοιχείο κάθε εταιρείας.   Έχοντας βρει τη χρυσή  τομή μεταξύ τεχνολογίας, δικαίου...

περισσότερα

Ηλεκτρονικό Έγκλημα

News image

Το να πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς είτε την έρευνα, είτε τη δίωξη για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρή, είναι συχνά μια οδυνηρή και τραυματική εμπειρία. Η ανάπτυξη...

περισσότερα