Δικηγορικό γραφείο

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική » Ενημέρωση » Δίκαιο & Τεχνολογία » Πνευματικά δικαίωματα επί λογισμικού- προγραμμάτων Η/Υ
Τρίτη, 21 Ιαν 2020

Πνευματικά δικαίωματα επί λογισμικού- προγραμμάτων Η/Υ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2169/2019

16ο ΤΜΗΜΑ

[…]

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΚΛΗΣΗ

 

Ι. Με την από 20/9/2017 και με αρ.εκθεσ. Καταθ. … κλήση νομίμως επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η …. και με αρ. Κατάθεσης ../2016 έφεση του …. και της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία …. και της εταιρείας με την επωνυμία «…. » και β) η από …. και με αρ. Κατάθεσης …. έφεση της εταιρείας «…» κατά του ως άνω εκκαλούντων, οι οποίες στρέφονται κατά της με αριθμό

…/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν βίαιας διακοπής της δίκης στο πρόσωπο του αρχικώς εκκαλούντος — εφεσιβλήτου ……….., ο οποίος απεβίωσε στις 9-3-2017 (βλ. τα με αρ.167 και 168/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και αρθ. 286 περ α , 287, 290 ΚπολΔικ), με τη δήλωση των μοναδικών εξ’ αδιαθέτου κληρονόμων του και ήδη καλουσών ….., ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη δίκη στη θέση του ως άνω αποβιώσαντος -εφεσιβλήτου, με την ανωτέρω ιδιότητά τους που αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (βλ. την από ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αθηναίων, το με αρ. Πρωτ. ….. πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του, και τα με αρ. 65 και 298/…… πιστοποιητικά του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας περί μη αποποιήσεως της κληρονομιάς) και δεν αμφισβητείται από την παρούσα αντίδικό τους. Περαιτέρω οι υπό κρίση από 15/11/2016 (αρ.εκθ.καταθ, ……./2016 ) και 14/11/2016 (αρ.εκθε.καταθ. ……../2016 ) εφέσεις των ανωτέρω αντιδίκων που στρέφονται κατά της υπ’ αριθ. 1616/2016 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των εναγόντων και της δεύτερης εναγομένης και ερήμην της …. δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη την από 4/1/2016 και με αρ. Εκθεσ. Καταθ. …./2016 αγωγή των εναγόντων, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η εκκαλουμένη κατατέθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔικ, όπως ισχύει κατόπιν τροποποίησής του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, (ΦΕΚ A 87 ) σε συνδ. με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου (έναρξη ισχύος από 1.1.2016 ), αφού η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στις 17/10/2016 , όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του επιδόσαντος αυτήν δικαστικού επιμελητή Δήμου Βασιλείου ενώ τα δικόγραφα των εφέσεων κατατέθηκαν στη γραμματεία του εκδόντος δικαστηρίου στις 15/11/2016 (άρθρα 495 παρ. 1, 498 παρ. 1, 2, 499, 511, 513, 516, 517, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚπολΔ) και έχουν καταβληθεί τα από τους εκκαλούντες τα αναλογούντα παράβολα της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 ( ΦΕΚΑ Α 87). Επομένως, νόμιμα φερόμενες στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή τους (αρ. 19 Κ.Πολ.Δ), πρέπει αφού οι εφέσεις ενωθούν και συνεκδικαστούν λόγω της προδήλου συνάφειάς τους και της κρίσης του Δικαστηρίου περί διευκολύνσεως της διαδικασίας και μειώσεως των δικαστικών εξόδων κατά τον τρόπο αυτόν (αρθ. 246 ΚΠολΔικ), οι εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία που εφάρμοσε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (αρθ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔικ), το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων τους, ερήμην του πρώτου, εφεσιβλήτου στην πρώτη από τις προαναφερθείσες εφέσεις, το οποίο αν και κλήθηκε νομοτύπως κι εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης αυτής , κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης , όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 29-9-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Βασιλείου Α. Δήμου, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της του οικείου πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε προκατέθεσε προτάσεις με δήλωση του αρθ. 240 παρ.2 ΚπολΔικ. Ωστόσο το Δικαστήριο θα προχωρήσει σαν να ήταν και το απών εφεσίβλητο (…) παρόν (άρθ. 524 παρ.1,3 ΚΠοΔικ).

 

ΙΙ. Οι αρχικώς ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4/1/2016 και με αρ. Εκθεσ. Καταθ. ………/2016 αγωγή κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσιβλήτων στην πρώτη έφεση, στην οποία εξέθεταν, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, ότι ο πρώτος έξ αυτών είναι πτυχιούχος προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών (εφεξής Η/Υ) και κατά κύριο επάγγελμα ασκών σχετική δραστηριότητα, και η δεύτερη εξ αυτών ετερόρρυθμη εταιρεία με επιχειρηματικό αντικείμενο τη μελέτη, ανάπτυξη και εμπορία λογισμικού Η/Υ, την οποία ο ως άνω ομόδικός της συνέστησε, μετ’ άλλων προσώπων, διατηρώντας τη νόμιμη εκπροσώπησή της, το έτος 2011. Ότι ο πρώτος εξ αυτών, μεταξύ των ετών 2000 και 2002, διαβλέποντας σχετικό κενό στην εγχώρια αγορά λογισμικού, ανέπτυξε, στις γλώσσες RPG/3, RPG/ILE (γλώσσες προγραμματισμού) και CL/Control Language (γλώσσα μηχανής) για διακομιστή περιεχομένου (server) τύπου AS/400 της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, ένα συνεργαζόμενο μεταξύ τους σύνολο προγραμμάτων Η/Υ (καλούμενο στο εξής «η Εφαρμογή»), με αντικείμενο τη διαχείριση πελατολογίου και τηλεφωνικών κλήσεων εξυπηρέτησης, πελατών τηλεφωνικών κέντρων (call centers) και τη δυνατότητα παροχής στο χρήστη (τηλεφωνητή) άμεσα ενός ευρέος φάσματος πληροφοριών και λειτουργιών διαχείρισης πελατολογίου. Ότι το έτος 2004 ο πρώτος εξ αυτών, ως ατομικώς επαγγελματικά δρών, ανέπτυξε συνεργασία με το πρώτο εναγόμενο σωματείο, πάροχο, μεταξύ άλλων, και υπηρεσιών οδικής βοήθειας, στο πλαίσιο της οποίας συμφώνησε με τη διοίκησή του την από μέρους του ανάληψη της πλήρους διαχείρισης του μηχανογραφικού συστήματος αυτού (...), με την επί τόπου εγκατάσταση, παραμετροποίηση και λειτουργία της ως άνω Εφαρμογής, την οποία και κατά καιρούς εμπλούτιζε αναπτύσσοντας νέα προγράμματα δικής του έμπνευσης. Ότι η συγκεκριμένη Εφαρμογή διαχείρισης συνδρομητών οδικής βοήθειας αποτελεί ένα ολοκληρωμένο έργο της ατομικής διάνοιάς του, αποτελούμενο από επιμέρους προγράμματα, τα οποία διακρίνονται από αυτοτέλεια, διαλειτουργικότητα, αλλά και πρωτοτυπία, τυγχάνοντας έτσι προστασίας από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, με τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους επιτυγχάνοντες λειτουργικούς σκοπούς και τα στοιχεία πρωτότυπης σύλληψης που ειδικώς αναφέρονται στο οικείο εισαγωγικό δικόγραφο, επισημαινόμενων εκ των τελευταίων, κατ' ενδεικτική παράθεση, ως παραγόντων προγραμματιστικής έκφρασης, της σειράς ελέγχων εκάστης καταχώρισης επί τη βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών προς αποφυγή λαθών του ορισμένου τρόπου γραφής των επιμέρους αρχείων με έρεισμα σε ομαδοποιημένες ονοματολογίες πεδίων, της λελογισμένης κατανάλωσης πόρων υπολογιστικής μνήμης ανάλογα με την κάθε χρήση, της αυτόματης καθοδήγησης του χρήστη με την εναλλαγή διαβαθμισμένων πεδίων κατά την καταχώριση, της δυνατότητας ενσωμάτωσης διαδικασιών οποιουδήποτε συνεργάτη και αντικειμένου, της ενσωμάτωσης ενδελεχούς υποσυστήματος τιμολόγησης και της τήρησης, με δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης, διεξοδικών αρχείων ιστορικού. Ότι στις 20.09.2011 και, εν συνεχεία, στις 18.07.2012, συνήφθησαν μεταξύ της δεύτερης εξ αυτών ετερόρρυθμης εταιρείας και του πρώτου εναγόμενου σωματείου δύο διαδοχικές συμβάσεις έργου, με ταυτόσημο περιεχόμενο, το κείμενο της δεύτερης εκ των οποίων παρατίθεται αυτούσιο στο αγωγικό σώμα. Ότι με τις συγκεκριμένες συμβάσεις η δεύτερη εξ αυτών ανέλαβε, έναντι άπαξ ή κατά μήνα αντιτίμου, ανά περίπτωση, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., πλήρως τη διεύθυνση μηχανοργάνωσης του πρώτου εναγόμενου σωματείου, την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης, συντήρησης και βελτίωσης του λογισμικού της Εφαρμογής και την ανάπτυξη νέων υποπρογραμμάτων, με σκοπό την επικαιροποίησή της ως προς τις τρέχουσες ανάγκες και την άρτια λειτουργία της. Ότι στις εν λόγω συμβάσεις συμβλήθηκε και ο πρώτος εξ αυτών, χορηγώντας στη δεύτερη εξ αυτών μικτή άδεια χρήσης του μέχρι τότε αναπτυχθέντος από τον ίδιο λογισμικού της Εφαρμογής, με διάρκεια ίση με την εκάστοτε συμβατική, και συμφωνήθηκε ότι σε τυχόν νέα υποπρογράμματα που θα δημιουργούνταν από τη δεύτερη εξ αυτών κατά το συμβατικό χρόνο τούτη θα θεμελίωνε περιουσιακό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Ότι, με βάση τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές πως τα περιουσιακά πνευματικά δικαιώματα των υποπρογραμμάτων της Εφαρμογής που δημιουργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το 2011, ανήκουν στον πρώτο εξ αυτών και ίδια δικαιώματα επί των υποπρογραμμάτων που καταρτίσθηκαν μετά το χρόνο σύναψης της πρώτης προαναφερόμενης σύμβασης και μέχρι τη λήξη της δεύτερης, ανήκουν στη δεύτερη εξ αυτών. Ότι στις 24.04.2015 υπέβαλαν τούτοι (οι ενάγοντες) έγγραφη πρόταση πώλησης της Εφαρμογής στο πρώτο εναγόμενο σωματείο, μετά από ειδοποίηση του τότε Προέδρου, του Διοικητικού του Συμβουλίου ότι το εν λόγω διάδικο μέρος ενδιαφερόταν να προβεί στην αγορά λογισμικού μηχανοργάνωσης, στην οποία (πρόταση), κατόπιν παρότρυνσης του ιδίου ως άνω προσώπου, για να καταστεί αυτή πιο πειστική, δήλωσαν ότι μετά το πέρας του χρόνου ισχύος της δεύτερης ως άνω σύμβασης στις 31/5/2015 δεν επιθυμούσαν την ανανέωσή της. Ότι στις 11/6/2015 μετά το πέρας του εν λόγω συμβατικού χρόνου και ενώ συνεχιζόταν, η παροχή υπηρεσιών στο πρώτο εναγόμενο σωματείο, πάλι κατόπιν σχετικής παραίνεσης του τότε Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου, υπέβαλαν δεύτερη έγγραφη προσφορά πώλησης, με βελτιωμένη τιμή, και συνοδεία επιστολής, στην οποία περιείχετο η δήλωση πως θα συνεχιζόταν η παροχή υποστήριξης καλόπιστα μέχρι και την 19.06.2015. Ότι στις 19.06.2015, και παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου σωματείου πως η επίδικη Εφαρμογή θα επιλεγόταν προς αγορά, έλαβαν εξώδικη δήλωση του τελευταίου, με την οποία τούτο τους κατηγόρησε για αντισυμβατική και κακόπιστη συμπεριφορά, τους δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την αγορά τής Εφαρμογής και τους κάλεσε να παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης αυτής για πρόσθετο διάστημα τεσσάρων μηνών μέχρι την υλοποίηση της αντικατάστασής της. Ότι στη συγκεκριμένη δήλωση οι ίδιοι (οι ενάγοντες) απάντησαν με την από 24.06.2015 εξώδικη απάντησή τους, με την οποία απέκρουσαν το περιεχόμενό της ως ψευδές και συκοφαντικό, απέσυραν κάθε πρόταση πώλησης της Εφαρμογής, γνωστοποίησαν στο πρώτο εναγόμενο την πρόθεση τους να προβεί η δεύτερη εξ αυτών στην παύση της παροχής οποιοσδήποτε υπηρεσίας σε σχέση' με τη μηχανογράφηση του μετά τις 30/6/2015, προθεσμία που παρατάθηκε μέχρι τις 17.07.2015, λόγω της τότε ανακύψασας έκτακτης τραπεζικής αργίας, και του απαγόρευσαν ρητώς τη λήψη αντιγράφου του εκτελέσιμου και πηγαίου κώδικα της Εφαρμογής, καθώς και την καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση της, μετά το ως άνω καταληκτικό σημείο. Ότι, εν τέλει, στις 20.07.2015 η επίδικη Εφαρμογή διεγράφη από το διακομιστή περιεχομένου (server) AS/400 του πρώτου εναγόμενου και σταμάτησε η οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Ότι, στη συνέχεια, στις 11.08.2015 δέχθηκαν τηλεφωνική κλήση αρχικά και την επομένη 12.08.2015, και μήνυμα ηλεκτρονικού, ταχυδρομείου (e-mail) του τότε αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου, με περιεχόμενο την υποβολή οικονομικής προσφοράς για τη βραχυχρόνια κάλυψη των μηχανογραφικών αναγκών του σωματείου με προγράμματα και λογισμικό, από 15.08.2015 έως 15.09.2015, με τους ίδιους όρους της ως άνω από σύμβασης έργου, αλλά με εμφανώς χαμηλότερο αντίτιμο. Ότι για την κατάρτιση της συγκεκριμένης προσφοράς απαιτείτο η αξιολόγηση της τεχνικής κατάστασης του διακομιστή (server) του πρώτου εναγομένου , ο οποίος από τις 27/5/2015 είχε μεταφερθεί προς φιλοξενία στο data center της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, και για το λόγο αυτόν, ο πρώτος εξ αυτών ζήτησε άδεια απομακρυσμένης πρόσβασης, την οποία έλαβε κατόπιν αναμονής 24 ωρών. Ότι κατά την απομακρυσμένη είσοδό του στο διακομιστή ο πρώτος εξ αυτών έκπληκτος διαπίστωσε ότι, άνευ αδείας των ιδίων (των εναγόντων) και συναίνεσής τους, ήτοι παράνομα, είχε ανασυσταθεί η Εφαρμογή από τον τοπικό χρήστη …., κατά το σύνολο σχεδόν των υποπρογραμμάτων της, από αντίγραφα που είχαν ληφθεί σε προγενέστερες ημερομηνίες, αλλά και με τη χρήση αρχείων προγενέστερων των τελικών εγγραφών προ της ως άνω νόμιμης παύσης της λειτουργίας της, και είχε εν μέρει τροποποιηθεί, ώστε να δύναται να λειτουργεί με πολλά σφάλματα και περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

Ότι τα μόνα πρόσωπα που θα μπορούσαν να προβούν στην ως άνω παράνομη ενέργεια, έχοντας ειδικές γνώσεις προγραμματιστή Η/Υ, είναι οι εξειδικευμένοι υπάλληλοι της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, της έχουσας επιχειρηματικό αντικείμενο την παραγωγή και συντήρηση λογισμικού και υλικού δικτύων Η/Υ, οι οποίοι, με δεδομένη τη δυνατότητα, άμεσης φυσικής πρόσβασης στο διακομιστή, έδρασαν παρέχοντας άμεση συνδρομή στο πρώτο εναγόμενο για να ανακτήσει την επίδικη Εφαρμογή και να την καταστήσει λειτουργική προς όφελος του, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού αντιτίμου στους τους ενάγοντες. Ότι η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, γνώριζε για την ύπαρξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των εναγόντων, τουλάχιστον από τις 27.05.2015, και προέβη στην ανωτέρω προσβολή αυτών από πρόθεση, γεγονός που συνάγεται ευθέως από τα ακόλουθα πραγματικά δεδομένα: α) στις 27.05.2015, οπότε προσήλθε η ομάδα της … στα γραφεία του πρώτου εναγόμενου προκειμένου να απεγκαταστήσει και να μεταφέρει το διακομιστή AS/400 στο data center της ίδιας, σε εκτέλεση της σύμβασης συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ τους την επομένη, έλαβε εφεδρικό αντίγραφο ασφαλείας όλου του διακομιστή (entire system back up) και ο επικεφαλής - project manager, ….., ενημερώθηκε από τον παρόντα πρώτο εξ αυτών, ως υπεύθυνο πληροφορικής του σωματείου, για το περιεχόμενο του διακομιστή και την πατρότητα της Εφαρμογής, που τότε υφίστατο σε αυτόν, και β) οι εγγραφές ημερολογίου (log) που τηρεί το σύστημα του επίμαχου διακομιστή AS/400 είναι εμφανώς αλλοιωμένες, καθώς έχουν διαγράφει όλες οι εγγραφές μεταξύ 27.05.2015, οπότε ελήφθη το ως άνω καθολικό αντίγραφο από την ομάδα της ……, μέχρι την 24.07.2015, όποτε έλαβε χώρα παρανόμως στις εγκαταστάσεις της τελευταίας, από εξειδικευμένους υπαλλήλους της, η ανασύσταση και επαναλειτουργία της Εφαρμογής προς το σκοπό προφανώς της απόκρυψης των ιχνών και της ταυτότητας των χρηστών που εισήλθαν στον διακομιστή και των παράτυπων ενεργειών τους. Ότι στις 09.09.2015 και ενόψει της εκδίκασης της σχετικής με την προκειμένη υπόθεση αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, η διοίκηση του πρώτου εναγομένου απέστειλε στους ίδιους επιστολή με την οποία τους αναγνώρισε ως δημιουργούς και δικαιούχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί της εφαρμογής, ενέργεια στην οποία και προέβη και η πληρεξούσια δικηγόρος της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας στο ακροατήριο κατά τη δίκη των προαναφερόμενων ασφαλιστικών Μέτρων. Ότι,  εν τελεί, με την από 14.09.2015 επιστολή του προς την εν προκειμένω ομόδικό του, το πρώτο εναγόμενο, παραδέχθηκε ότι αυτή το παρότρυνε να αποκαταστήσει την επίδικη Εφαρμογή μετά την οριστική παύση λειτουργίας της, με δικά της μέσα και προσωπικό. Ότι, σε κάθε περίπτωση, η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία συνέπραξε με το πρώτο εναγόμενο στην προσβολή των περιουσιακών και ηθικών εξουσιών των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των εναγόντων επί της ένδικης Εφαρμογής, συναυτουργικά ως προς την τρώση των περιουσιακών εξουσιών αναπαραγωγής και τροποποίησης και υπό την έννοια της άμεσης σύνεργού ως προς την αναίρεση των ηθικών εξουσιών διατήρησης της ακεραιότητας, πρόσβασης και αναγνώρισης της πατρότητας.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε κριθεί ότι η δεύτερη εναγομένη, θυγατρική εταιρείας λογισμικού, δεν έδρασε εμπροθέτως, πρέπει να της καταλογισθεί αμελής συμπεριφορά, καθότι, ως εκ του αντικειμένου, της πολυετούς πείρας της, αλλά και του μεγέθους της, όφειλε δια των καταρτισμένων προστηθέντων- προγραμματιστών της διαγνώσει την πατρότητα της Εφαρμογής και να μην προσβάλει τα επ’ αυτής πνευματικά δικαιώματα, με δεδομένο, μάλιστα, πως σε πολλά πεδία των αρχείων της αναφέρεται στη θέση του δημιουργού (owner) η ένδειξη «…», παραπέμπει στο κύριο όνομα του πρώτου εξ αυτών, γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες. Ότι, εντέλει, συνεπεία της ως άνω με παράλληλες πράξεις υλοποιηθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αντιδίκων τους, η οποία υφίσταται εναργής κίνδυνος να επαναληφθεί στο μέλλον, προκλήθηκε: α) στην μεν δεύτερη εξ αυτών εταιρεία περιουσιακή ζημία, εγκείμενη στο διπλάσιο της συνολικής αμοιβής που θα ελάμβανε από την ανανέωση της από 18.07.2012 σύμβασης με το πρώτο εναγόμενο με την ίδια τριετή χρονική διάρκεια, εκ [36 μήνες X € (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.) X 2 = € X 2 = €], η οποία (ανανέωση) εξάγεται μετά βεβαιότητας από τη δήλωση του εν λόγω αντιδίκου τους στην από 19.06.2015 εξώδικη δήλωσή του, περί εύλογης αναμονής του προς τούτο λόγω πάγιας προηγούμενης πρακτικής, άλλως και επικουρικώς στο καθ’ εαυτό ποσό της ως άνω συνολικής αμοιβής από την ανανέωση της προαναφερόμενης σύμβασης των €, εν είδει διαφυγόντος κέρδους, υπό την παραδοχή ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά τα ανωτέρω, αυτή θα ανανεωνόταν από το πρώτο εναγόμενο -πρόθεση που τούτο διέλαβε και στην προαναφερόμενη από. 12.08.2015 ηλεκτρονική επιστολή του - αν η δεύτερη εναγομένη, διαθέτοντας το απαραίτητο με εξειδικευμένες γνώσεις προσωπικό, δεν το είχε συνδράμει στην ως άνω παράνομη ανασύσταση και επαναλειτουργία της επίδικης εφαρμογής, και β) σε έκαστο εξ αυτών και ηθική βλάβη (στη δεύτερη εξ αυτών ετερόρρυθμη εταιρεία υπό την έννοια της τρώσης της εμπορικής της φήμης), αποκαταστατέα με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Με βάση, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δε, οι ενάγοντες, κατ' εκτίμηση του αιτητικού της ένδικης αγωγής, ζητούσαν:

α) να αναγνωρισθεί ο μεν πρώτος εξ αυτών ως αποκλειστικός δικαιούχος του ηθικού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί του συνόλου των υποπρογραμμάτων της επίδικης Εφαρμογής και του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί των υποπρογραμμάτων τούτης που δημιουργήθηκαν προ της 20.09.2011, η δε δεύτερη εξ αυτών ως αποκλειστική δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί των υποπρογραμμάτων της ένδικης Εφαρμογής που δημιουργήθηκαν μετά την 20.09.2011, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μην αναπαραγάγουν, αντιγράψουν σε οποιοδήποτε υλικό φορέα ή χρησιμοποιήσουν από αντίγραφο την επίδικη Εφαρμογή, να μην τροποποιήσουν, διαθέσουν σε τρίτους ή εκμεταλλευτούν με οποιονδήποτε τρόπο, μερικά ή ολικά, αυτή, καθώς και τον πηγαίο, και. εκτελέσιμο κώδικα των υποπρογραμμάτων που την απαρτίζουν, γ)να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στη δεύτερη εξ αυτών, εις ολόκληρον ο καθένας και με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής έως και την ολοσχερή εξόφληση, το ποσό των €, ως αποζημίωση επιμετρούμενη με βάση τον κανόνα αφηρημένου υπολογισμού ζημίας του άρθρου 65 παρ. 2 του ν. 2121/1993, επικουρικά δε το ποσό των €, ως αποζημίωση έναντι διαφυγόντων κερδών, καθώς και το ποσό των 150.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, υπό την έννοια της προσβολής της εμπορικής τής φήμης, συνέπεια της ένδικης αδικοπραξίας, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 44 €, ως προς το οποίο η ίδια (η δεύτερη ενάγουσα) επιφυλάχθηκε να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον πρώτο εξ αυτών, εις ολόκληρον ο καθένας και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως και την ολοσχερή εξόφληση, το ποσό των € ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της επίδικης αδικοπραξίας, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 44 €, ως προς το οποίο ο ίδιος (ο πρώτος εναγών) ομοίως επιφυλάχθηκε να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων εναντίον των αντιδίκων του ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων, ε) να απειληθεί κατά εκάστου των εναγόμενων χρηματική ποινή 20.000 € για κάθε παράβαση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί, στ) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις, και ζ) να καταδικασθούν οι αντίδικοί τους στα δικαστικά τους έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την αγωγή ερήμην του πρώτου εναγόμενου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία αφού απέρριψε: α) το υπό στοιχείο α' αυτοτελές αίτημα με αντικείμενο την αναγνώριση των εναγόντων ως δικαιούχων του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί της επί δίκης Εφαρμογής, ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, β) ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας τα αυτοτελή αιτήματα περί επιδίκασης αποζημίωσης στη δεύτερη ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, κύριο και επικουρικό, απέρριψε ως νομικά αβάσιμα το παρεπόμενο αίτημα περί απειλής χρηματικής ποινής κατά εκάστου των εναγομένων για κάθε παράβαση του διατακτικού της απόφασης, όσον αφορά τα αυτοτελή αιτήματα περί επιδίκασης ποσών χρηματικής ικανοποίησης, ως μη ερειδομένου στο άρθρο 947 ΚπολΔικ, που αιτούνται οι ενάγοντες αλλά στο άρθρο 951 ΚπολΔικ, το οποίο δεν επικαλούνται, στη συνέχεια δε, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας το πρώτο των εναγομένων να μην αναπαραγάγει, αντιγράψει σε οποιοδήποτε υλικό φορέα ή χρησιμοποιήσει από αντίγραφο την περιγραφόμενη στο σκεπτικό της παρούσας Εφαρμογή των εναγόντων, να μην τροποποιήσει, διαθέσει σε τρίτους ή εκμεταλλευτεί με οποιονδήποτε τρόπο, μερικά ή ολικά, αυτή, καθώς και τον πηγαίο και εκτελέσιμο κώδικα των υποπρογραμμάτων που την απαρτίζουν, απείλησε κατά του πρώτου των εναγομένων σωματείου χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για κάθε παραβίαση της ως άνω διάταξης, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τις ανωτέρω δύο διατάξεις, υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, με το νόμιμό τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής έως και την ολοσχερή εξόφληση, στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ και στη δεύτερη των εναγόντων υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ και επέβαλε στους εναγόμενους μέρος των δικαστικών εξόδων εκάστου των εναγόντων, ποσού 1.270 ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και για τη δεύτερη εξ αυτών υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία, ποσού 550 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής στρέφονται τόσο οι ενάγοντες ως εν μέρει ηττηθέντες διάδικοι όσο και η δεύτερη εναγομένη, με τις υπό κρίση εφέσεις τους για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτές και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, προκειμένου όσον αφορά την πρώτη έφεση να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της και όσον αφορά τη δεύτερη έφεση ν απορριφθεί η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη στο σύνολό της.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της πρώτης έφεσης των εναγόντων βάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση, διότι, όπως προεκτέθηκε απέρριψε το κύριο επιδίκασης αποζημίωσης στη δεύτερη ενάγουσα, αφενός με την αιτιολογία ότι στο κύριο αίτημα της αποζημίωσης ποσού ευρώ, γίνεται αορίστως η επίκληση του ποσού των  ευρώ κατά μήνα στο οποίο περιλαμβάνονται «πλείστες άλλες υπηρεσίες , πέραν αυτών που άπτονται της αγωγικώς περιγραφόμενης προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων επί της ένδικης Εφαρμογής και εντοπίζονται στην επανασύσταση και φόρτωση (δια σταθερής αναπαραγωγής), στην εκτέλεση (δια φευγαλέας αναπαραγωγής) καί στην τροποποίηση αυτής, και ενδεικτικά, ως προκύπτει από το ενοποιημένο με το αγωγικό σώμα συμβατικό κείμενο, η πλήρης ανάληψη της διεύθυνσης μηχανογράφησης και η ανάπτυξη νέου λογισμικού, αφετέρου δε στο προαναφερόμενο ποσό κατά μήνα αμοιβής ενσωματώνεται και Φ.Π.Α. 23%, ο οποίος, όμως, δεν δύναται νομίμως να επιμέτρηθεί επί κονδυλίου αποζημίωσης, όπως είναι το αιτούμενο, αφού δεν αποτελεί, φόρο επιβαλλόμενο και για τη συγκεκριμένη αιτία (βλ. άρθρα 1 έως 3 ν. 2859/2000 περί Κώδικα Φ.Π.Α.). Κατ’ αποτέλεσμα, λοιπόν, η δεύτερη ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία δεν προσδιορίζει με σαφήνεια - το ποσό της συνήθους ή κατά νόμο αμοιβής για το είδος της εκμετάλλευσης της ένδικης Εφαρμογής, στην οποία προέβησαν οι αντίδικοί της, χωρίς άδεια, και έγκειται στις προαναφερόμενες πράξεις, με συνέπεια το υπό εξέταση αίτημα να πάσχει (νομικής) αοριστίας, ως ερείδεται στο άρθρο 65 παρ. 2 του ν. 2121/1993  και αφετέρου με την αιτιολογία ότι το συγκεκριμένο αίτημα καθίσταται ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, και συναφώς απαράδεκτο, λόγω και της έδρασης του στο θεμελιώδη ισχυρισμό με αντικείμενο την εξαγωγή μετά βεβαιότητας της πρόθεσης του πρώτου εναγόμενου σωματείου να ανανεώσει την ανωτέρω από 18.07.2012 σύμβαση, εκ των αναγραφόμενων στην από 19.06.2015 εξώδικη δήλωσή του προς τη δεύτερη ενάγουσα περί εύλογης αναμονής του προς ανανέωση λόγω προηγούμενης όμοιας τακτικής αυτής, ο οποίος είναι αντιφατικός, αφενός μεν προς την παραδοχή, σε άλλο σημείο του αγωγικού κειμένου, πως με την ίδια εν λόγω εξώδικη δήλωσή του το πρώτο εναγόμενο εγκάλεσε τους ενάγοντες για κακόπιστη και αντισυναλλακτική συμπεριφορά και τους δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την αγορά της ένδικης Εφαρμογής και τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας, αφετέρου δε προς το πραγματολογικό δεδομένο του αγωγικού ιστορικού περί επιθυμίας του πρώτου εναγόμενου όχι να ανανεώσει την ως άνω σύμβαση έργου, αλλά να προμηθευθεί από το εμπόριο ένα νέο πρόγραμμα καθολικής μηχανοργάνωσης. Όσον αφορά την πρώτη αιτιολογία απόρριψης του συγκεκριμένου κονδυλίου , κρίνεται ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης γίνεται στην αγωγή ευθεία παραπομπή και αναγωγή στην προβλεπόμενη από την 18/7/2012 σύμβαση αμοιβή (βλ. αρθ. 4ο ), η οποία σύμβαση ενσωματώνεται στην αγωγή και από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι στο ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής των ...ευρώ , αποτιμώνται πολύ περισσότερες υπηρεσίες (βλ. αρθ. 1,2 και 3 ) από το είδος της εκμετάλλευσης στην οποία προέβησαν οι εναγόμενοι , στο τελευταίο δε από αυτά αναφέρεται ότι «το ποσό της αμοιβής της εταιρείας πληροφορικής ... θεωρείται εύλογο και ανάλογο του έργου που προσφέρεται και περιλαμβάνει όλες τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παρούσα (μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την άδεια χρήσης για όλη την περίοδο ισχύος της σύμβασης, αμοιβή υπηρεσιών ανάλυσης, ανάπτυξης, υποστήριξης και συντήρησης λογισμικού, αμοιβή συμβούλου μηχανογράφησης ) ». Δεν αποτελεί, όμως λόγο αοριστίας του κονδυλίου το ότι στο αιτούμενο ποσό περιλαμβάνεται και ΦΠΑ 23%, που δεν είναι νόμιμο σε περίπτωση κονδυλίου αποζημίωσης, διότι στην ως άνω ενσωματωμένη σύμβαση γίνεται λόγος για ποσό αμοιβής … ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ 23% , ώστε να είναι δυνατός ο υπολογισμός της καθαρής νόμιμης αποζημίωσης. Όσον αφορά την αιτιολογία περί της αντιφατικότητος των αγωγικών ισχυρισμών περί της βεβαιότητος του πρώτου εναγομένου σωματείου ν' ανανεώσει τη σύμβαση, επειδή στην αγωγή γίνεται εκτενής και λεπτομερής χρονολογική έκθεση των γεγονότων, δεν συντρέχει λόγος αντιφατικότητας, όπως εσφαλμένως αναφέρει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Συνεπώς απερρίφθη το ανωτέρω κονδύλιο, με την πρώτη αιτιολογία περί αοριστίας, αντικαθισταμένης της σχετικής αιτιολογίας παραδεκτώς ως ανωτέρω (αρθ. 534 ΚΠολΔικ), απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβασίμου.

β) Με τον τρίτο λόγο της πρώτης έφεσης των εναγόντων βάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση, διότι, όπως προεκτέθηκε απέρριψε το επικουρικό αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης στη δεύτερη ενάγουσα ποσού … ευρώ πού αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό αμοιβής της προαναφερόμενης από 18.07.2012 σύμβασης και στην αξιολόγησή του ως διαφυγόντος κέρδους εκ της μη ανανέωσης της συγκεκριμένης σύμβασης με τους αυτούς όρους χρονικής διάρκειας και αμοιβής, επί τη βάσει της θέσης ότι η ανανέωση αυτή θα επιτυγχανόταν μετά βεβαιότητας, εάν η δεύτερη εναγομένη δεν είχε συνδράμει το πρώτο εναγόμενο σωματείο στην παράνομη οικειοποίηση της επίδικης Εφαρμογής, με την αιτιολογία ότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δημιουργείται αοριστία λόγω της αντιφατικότητος των αγωγικών ισχυρισμών ως προς την εξέλιξη της οικείας συνεργασίας. Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι σε αυτήν γίνεται εκτενής και λεπτομερής χρονολογική έκθεση των γεγονότων, για την πιθανολόγηση της ανανέωσης της σύμβασης από την οποία δεν συντρέχει λόγος αντιφατικότητας, όπως εσφαλμένως αναφέρει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά αποτελεί θέμα ουσιαστικής εκτίμησης, το κατά πόσον το συγκεκριμένο κονδύλιο είναι βάσιμο ή όχι . Συνεπώς, γενομένου δεκτού του τρίτου λόγου έφεσης της πρώτης αγωγής ως ουσιαστικούς βάσιμου, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιό της, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή ως προς το αντίστοιχο αγωγικό κεφάλαιο κατ' ουσίαν, αφού δε γίνει δεκτό ως επαρκώς ορισμένο και νόμιμο πλην του ποσού που αναλογεί στο ΦΠΑ εκ 23%, διότι αυτό δεν δύναται νομίμως να επιμετρηθεί επί κονδυλίου αποζημίωσης, όπως είναι το αιτούμενο, αφού δεν αποτελεί φόρο επιβαλλόμενο για τη συγκεκριμένη αιτία (αρθ. 1 έως 3 ν.2859/2000 περί Κώδικα ΦΠΑ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

ΙV. α) Σύμφωνα με την Οδηγία 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1991 για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, υποχρεούνται τα κράτη-μέλη να. θεωρήσουν το πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή ως λογοτεχνικό έργο. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της εν λόγω Οδηγίας, στο οποίο καθορίζεται το αντικείμενο της προστασίας, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, τα κράτη-μέλη προστατεύουν τα  προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σαν λογοτεχνικά έργα κατά την έννοια της σύμβασης της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων. Για τους σκοπούς της παρούσας, οδηγίας, ο όρος "προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών" περιλαμβάνει και το 'προπαρασκευαστικό υλικό σχεδιασμού τους. 2. Η προστασία σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ισχύει για κάθε μορφή έκφρασης ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, περιλαμβανόμενων και εκείνων στις οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσής του, δεν προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει της παρούσας οδηγίας. 3. Ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή προστατεύεται εφόσον είναι πρωτότυπο με την έννοια ότι είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού του. Ή παροχή της προστασίας δεν εξαρτάται από την εφαρμογή κανενός άλλου κριτηρίου». Το περιεχόμενο της ως άνω Οδηγίας του Συμβουλίου έχει τροποποιηθεί με την Οδηγία 2009/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Εντούτοις, το άρθρο 1 και της Οδηγίας αυτής, είναι πανομοιότυπο με το προπαρατιθέμενο άρθρο της ως ανωτέρω Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ, η οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του συγκεκριμένου νόμου, «οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου αποκτούν πάνω σ’ αυτό πνευματική ιδιοκτησία, π:ου περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τούς δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα)», ενώ και κατά την παρ. 2, «τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνουν τις εξουσίες, που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4. του παρόντος νόμου». Εξάλλου, στο άρθρο 2 του παραπάνω νόμου απαριθμούνται εκτενώς, ενδεικτικά, τα πνευματικά δημιουργήματα τα οποία, εφόσον είναι πρωτότυπα, θεωρούνται έργα και είναι αντικείμενα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρ. 1, 3 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπονται τα εξής: «1. Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα... 3. Θεωρούνται ως έργα λόγου και προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας; τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και το προπαρασκευαστικό υλικό του σχεδιασμού τους. Η προστασία παρέχεται σε κάθε μορφή έκφρασης ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο του προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή περιλαμβανόμενων και εκείνων στις οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσης του, δεν προστατεύονται κατά τον παρόντα νόμο. Ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή θεωρείται πρωτότυπο, εφόσον είναι προσωπικό δημιούργημα του δημιουργού του. 4. Η προστασία του παρόντος νόμου είναι ανεξάρτητη από την αξία και τον προορισμό του έργου, καθώς και από το γεγονός ότι το έργο προστατεύεται ενδεχομένως και από άλλες διατάξεις». Ο ορισμός αυτός συμπίπτει εννοιολογικά με τον ανωτέρω ορισμό της Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ, η οποία, ως προαναφέρθηκε, προβλέπει ότι το πρόγραμμα ενός υπολογιστή είναι πρωτότυπο, εφόσον είναι «αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού του», κατά συνέπεια αρκεί το ίδιο κριτήριο πρωτοτυπίας που απαιτείται για τα άλλα έργα του πνεύματος (βλ. ΑΠ 919/2007, ΑΠ 1493/2009, ΑΠ 1438/2004 και ΕφΘεσ/κης 1786/2014, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, στην ελληνική επικράτεια γίνεται νομολογιακά δεκτό ότι το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή προστατεύεται, εφόσον χαρακτηρίζεται από μία προσωπική πνευματική συμβολή του δημιουργού του και από μία ιδιαίτερη ατομικότητα ή εφόσον εμφανίζει δημιουργικό ύφος που το διαφοροποιεί από άλλα παρεμφερή προγράμματα και ασχέτως εάν αυτά, ως τεχνολογικά προϊόντα, προστατεύονται με το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα της ευρεσιτεχνίας [βλ. άρθρο 45 του ν. 2121/1993, πρβλ και ΑΠ (Ποινικό τμήμα) 1500/2006, ΑΠ 919/2007, ΕφΠειρ - 599/2012, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ Νόμος). Δεν αρκεί, όμως, για να προσδώσει πρωτοτυπία σε ένα έργο, το απλό γεγονός ότι αυτό δεν είναι αντιγραφή (ακόμη και με κάποιες παραλλαγές) ενός άλλου, ούτε η πρωτοτυπία ταυτίζεται με τον κόπο, την επιμέλεια, την έκταση, τη χρησιμότητα, τη δαπάνη ή τη χρονική διάρκεια που απαιτήθηκαν για την εκπόνηση του, αλλά θα πρέπει να παρουσιάζει (ως σύνολο ή τμήμα του) την απαιτούμενη πρωτοτυπία (βλ. ΕφΘεσ/κης 1786/2014, ό.π.). Εξάλλου, η προστασία του πρωτότυπου, έργου είναι ανεξάρτητη από το μέγεθος ή την ολοκλήρωση ή την αξία αυτού ή τον προορισμό του, δηλαδή τη δυνατότητα εμπορικής εκμετάλλευσης του ή απόκτησης ακαδημαϊκού ή άλλου, επιστημονικού τίτλου. Στην τελευταία περίπτωση, δεν απαιτείται για την προστασία του δημιουργού να έχει αναγνωρισθεί προηγουμένως και επισήμως η πρωτοτυπία του έργου και υπό των αρμοδίων για την απονομή του ακαδημαϊκού τίτλου οργάνων (βλ. ΑΠ 20/2005, ΤΝΠ Νόμος). Το εάν ένα πνευματικό δημιούργημα είναι πρωτότυπο έργο ή όχι αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, πραγματικό ζήτημα (βλ. ΑΠ 152/2006, ΕλλΔνη 2006, 493 και ΕφΘεσ/κης 1786/2014, ό.π.).

Το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι ο φορέας των πληροφοριών η έλλειψη του οποίου καθιστά άχρηστη τη συσκευή, στον τομέα δε των ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) έχει επικρατήσει το ζεύγος των εννοιών hardware (μηχανικό μέρος του Η/Υ) και software. Η έννοια του τελευταίου περιλαμβάνει όλα τα είδη προγραμμάτων Η/Υ μαζί με το συνοδευτικό υλικό τους, ορίζεται δε ως το σύνολο των διανοητικά επεξεργασθέντων για την επίλυση του προβλήματος επεξεργασίας πληροφοριών. Στη γενική έννοια του software περιλαμβάνονται: α) το πρόγραμμα του Η/Υ, β) η περιγραφή προγράμματος (προπαρασκευαστικό υλικό) και γ) το συνοδευτικό υλικό. Ως πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή νοείται μία σειρά εντολών που έχουν σκοπό να επιτρέψουν στη συσκευή επεξεργασίας πληροφοριών, δηλαδή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, να εκτελέσει ή επιτύχει ορισμένη λειτουργία ή ορισμένα αποτελέσματα. Επομένως, το πρόγραμμα είναι το τελικό προϊόν ή η αποκρυστάλλωση μίας μακράς εξελικτικής διαδικασίας και το σπουδαιότερο μέρος ενός έτοιμου «πακέτου» software, το οποίο περιλαμβάνει τον πηγαίο κώδικα (source code) και το πρόγραμμα της μηχανής (machine code), μέρη που έχουν τη μεγαλύτερη οικονομική αξία και αποτελούν το προσφιλέστερο αντικείμενο της αντιγραφής. Η περιγραφή του προγράμματος περιλαμβάνει το προστάδιο εκπόνησης του, μέρος και αυτό της γενικής ιδέας του software, που ορίζεται από τις πρότυπες οδηγίες ως μία πλήρης παράσταση διαδικασίας σε γλωσσική, σχηματική ή άλλη μορφή, τα στοιχεία της οποίας επαρκούν για τον καθορισμό μίας σειράς εντολών, οι οποίες θα απαρτίσουν το τελικό πρόγραμμα και με τη βοήθεια των οποίων (στοιχείων) μπορεί να γίνει η οριστική εκπόνησή του, στο δε συνοδευτικό υλικό ή τεκμηρίωση εφαρμογής ανήκουν οι οδηγίες προς το χειριστή, σχόλια, παρατηρήσεις και σημειώσεις που εξηγούν το χειρισμό του προγράμματος. Κεντρική, όμως, σημασία για το γράψιμο ενός προγράμματος έχει ο αλγόριθμός, που αποτελεί κάθε διαδικασία επίλυσης ενός προβλήματος, η εκτέλεση, της οποίας έχει προκαθοριστεί μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Η ιδιορρυθμία του αλγόριθμου συνίσταται στο ότι η εκτέλεση του μπορεί να γίνει μηχανικά και, επομένως, παριστά μία διαδικασία της οποίας η εκτέλεση δεν απαιτεί δημιουργική φαντασία ή ικανότητα και μπορεί να αφεθεί σε μία απολύτως αυτοματοποιημένη μηχανή. Από άποψη δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας το ζεύγος ιδέας και μορφής αντικατοπτρίζει τη σχέση αλγόριθμου - προγράμματος, γι’ αυτό και ο πρώτος δεν προστατεύεται. Συνακόλουθα, η εκπόνηση ενός προγράμματος Η/Υ γίνεται βάσει προκαθορισμένων κανόνων και αποτελεί μία αξιόλογη διανοητική εργασία, η οποία απαιτεί αναλυτική και συνθετική ικανότητα, φαντασία και κρίση για τη σωστή επιλογή μεθόδου και ορθά κριτήρια επιλογής δεδομένων, ενώ η επιτυχία του εξαρτάται από την ποιότητα και την ακρίβεια των προκαταρκτικών εργασιών και τη δημιουργική ικανότητα εύρεσης του καταλληλότερου αλγόριθμου (βλ. ΕφΠειρ 599/2012, ΕφΑΘ 2949/2003 και ΕφΘεσ/κης 1784/2014, άπασες δημοσιευθείσες.στην ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, η ως άνω προστασία ισχύει για κάθε μορφή έκφρασης ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενώ οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, περιλαμβανόμενων και εκείνων στις οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσής του, δεν προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει τόσο της ως άνω Οδηγίας 91/250/ ΕΟΚ, όσο και της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2121/1993. Μάλιστα, ούτε οι λειτουργικές δυνατότητες ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ούτε η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος αρχείων δεδομένων που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή για την εκμετάλλευση ορισμένων λειτουργιών του, συνιστούν μορφή έκφρασης του προγράμματος αυτού και, ως εκ τούτου, δεν προστατεύονται με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τούτο διότι, η παραδοχή ότι η λειτουργική δυνατότητά προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή μπορεί, αυτή καθεαυτή, να τύχει προστασίας με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας θα συνεπαγόταν τη δυνατότητα μονοπώλησης των ιδεών, εις βάρος της τεχνικής προόδου και της βιομηχανικής ανάπτυξης (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 02.05.2012 επί της υπόθεσης ύπ’ αριθμ. C- 406/2010 της 2-5-2012 και ΕφΘεσ/κης 1786/2014, ό.π.). Μάλιστα, και με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2121/1993, αντικείμενο της προστασίας είναι η μορφή και όχι η ιδέα που περιέχεται στο πνευματικό δημιούργημα. Η ιδέα είναι ελεύθερη και προσιτή στον καθένα, αποτελεί κοινό κτήμα και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της πνευματικής ιδιοκτησίας παρά μόνον όταν πάρει κάποια μορφή. Η διάκριση μεταξύ μορφής και ιδέας συνιστά ουσιώδη κανόνα για τον καθορισμό της εξέτασης της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, αφού αυτή αποτελεί το βασικό κριτήριο διάκρισης των στοιχείων που προστατεύονται και εκείνων που. μένουν έξω από το πεδίο της προστασίας. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη για το λόγο ότι κατά κανόνα το σύνολο των έργων αξιοποιεί και βασίζεται σε προγενέστερα στοιχεία, τα οποία είτε έχουν καταστεί πλέον κοινό κτήμα, είτε στερούνται άφ’ εαυτών πρωτοτυπίας είτε προέρχονται από ελεύθερες πηγές (βλ. ΕφΘεσ/κης 1786/2014, ό.π.). Σε κάθε περίπτωση, μάλιστα, είναι δυνατή η δημιουργία σύνθετης εφαρμογής ηλεκτρονικού υπολογιστή αποτελούμενης από σύνολο επιμέρους υποπρογραμμάτων, τα οποία διέπονται από διαλειτουργικότητα και εκτελούνται άλληλοσυμπληρωματικά προς επίτευξη ενός ενιαίου αποτελέσματος ή υποστήριξη πολυεπίπεδης δραστηριότητας,, επιχειρηματικής ή άλλης (πρβλ. ΠΠρΠειρ 3454/2009, ΔιΜΕΕ 2010, 79). Κάθε ένα από αυτά τα υποπρογράμματα, αν διακρίνεται από αυτοτέλεια και πρωτοτυπία ως προς την έκφραση του κατά τα προαναφερόμενα, είναι νοητό να προστατεύεται ως πνευματικό έργο, παράγωγο άλλου υποπρογράμματος της αυτής εφαρμογής, εφόσον αποτελεί πρωτότυπη μορφή που βασίζεται στη «βασική μορφή» του τελευταίου, εξελίσσοντας την, ή ακόμα και νέα μορφή η οποία ενδεχομένως ενσωματώνει αυτούσια την προϋπάρχουσα «βασική μορφή» (πρβλ- Συνοδινού, σε Κοτσίρη/Σταματούδη, ό.π., άρθρο 40, παρ. 17, σελ. 740).

ΙV. Από την ερμηνευτική προσέγγιση των άρθρων 3 και 41 επ. του ν. 2121/1993 υπό το πρίσμα της ως άνω Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 1991, συνάγεται εμμέσως ότι οι εξουσίες που υπάγονται, κατ’ αποκλειστική απαρίθμηση, στο απόλυτο περιουσιακό δικαίωμα του δικαιούχου πνευματικής ιδιοκτησίας έγκεινται στις εξής: α) στη σταθερή ή προσωρινή/φέυγαλέα αναπαραγωγή, β) στη διασκευή, μετάφραση ή άλλη οποιαδήποτε τροποποίηση του προγράμματος και γ) στη θέση του προγράμματος ή αντιγράφων του σε κυκλοφορία με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης, υπό ευρεία ερμηνεία, της μετάδοσης μέσω δικτύων, καθώς και τής εκμίσθώσης του πρωτοτύπου υλικού φορέα του ή αντιγράφων του. Πέραν των εξουσιών αυτών, άλλες περιουσιακές εξουσίας δεν είναι νοητές ή δυνατές από τεχνική άποψη (βλ.-Μαρίνο, Πνευματική Ιδιοκτησία, β’ έκδοση, Αθήνα - Κομοτηνή 2004, σελ. 182, παρ. 367). Όσον αφορά δε τις ειδικότερες εκφάνσεις της περιουσιακής εξουσίας της αναπαραγωγής, η σταθερή αναπαραγωγή έγκειται στη μακροπρόθεσμη, με την παραδοσιακή έννοια, παραγωγή ενός σταθερού - μόνιμου αντιγράφου του προγράμματος στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή (αλλά και σε άλλους υλικούς φορείς, όπως CD-ROM ή USB), ενώ η προσωρινή ή φευγαλέα αναπαραγωγή αφορά στην προσωρινή αποθήκευση του προγράμματος στη μνήμη εργασίας (RAM) του υπολογιστή (σημειώνεται σχετικά ότι κάθε φόρτωση και χρήση προγράμματος σέ ηλεκτρονικό υπολογιστή συνεπάγεται φευγαλέα ή προσωρινή αναπαραγωγή αυτού στη μνήμη RAM, με τη δημιουργία πρόσκαιρων, ολικών ή μερικών αντιγράφων του, τα οποία μετά το κλείσιμο της σχετικής εφαρμογής ή του υπολογιστή διαγράφονται αυτομάτως, ή, με άλλα λόγια, ότι «τρέξιμο» προγράμματος σε ηλεκτρονικό υπολογιστή χωρίς διαρκή παραγωγή φευγαλέων αντιγράφων δεν είναι νοητό). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, λοιπόν, εξάγεται ότι η σταθερή αναπαραγωγή είναι αυτή που τελείται κατά τη φόρτωση ή την αποθήκευση του προγράμματος και είναι αναγκαία για την εγκατάσταση και την πρώτη χρήση του, η δε προσωρινή ή φευγαλέα είναι, εκείνη που τελείται κατά την εμφάνιση του προγράμματος στην οθόνη του υπολογιστή ή την εκτέλεσή τού (βλ. Συνοδινού, σε Κοτσίρη/Σταματούδη, Ερμ. ν. 2121/1993, Αθήνα - Θεσ/κη 2012, άρθρο 42, παρ. 21, σελ. 755-756). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 2 του ν. 2121/1993 χρειάζεται πάντα άδεια του δημιουργού για την αναπαραγωγή του προγράμματος που είναι αναγκαία για τη φόρτωση, την εμφάνιση στην οθόνη, τη μεταβίβαση ή την εκτέλεση του προγράμματος, ενώ άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεων για ιδιωτική χρήση πέραν των αναφερόμενων στις παρ. 1 έως 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, κατά τη ρητή διατύπωση της παρ. 5 αυτού, δεν αναγνωρίζονται. Υπό το πρίσμα αυτό, από τον ως άνω νόμο υιοθετείται μία ειδική έννοια της αναπαραγωγής προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, τελολογικά προσανατολισμένη στο σκοπό του ηπειρωτικού δικαίου προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, της μεγαλύτερης δυνατής προστασίας και διευκόλυνσης της αμοιβής του δημιουργού/δικαιούχου, η οποία (ερμηνεία) κατατείνει σε δυνατότητα του τελευταίου να εμποδίσει την παράλληλη χρήση του' προγράμματος, όταν ένα αντίγραφο του φορτώνεται σε περισσότερους υπολογιστές (στη μνήμη RAM — φευγαλέα αναπαραγωγή) ή όταν ένας χρήστης καταρτίζει περισσότερα αντίγραφα του προγράμματος. Πρακτικό αποτέλεσμα της νομοθετικής αυτής επιλογής είναι ότι κάθε χρήσης ενός προγράμματος πρέπει να έχει αποκτήσει την άδεια του δικαιούχου για να φορτώσει το πρόγραμμα στον υπολογιστή του και ότι ο τελευταίος μπορεί να ορίσει ότι το πρόγραμμά του θα φορτωθεί (αναπαραχθεί) μόνο σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, έχοντας, αυτονόητα, τη δυνατότητα να παραχωρήσει άδειες για περισσότερους υπολογιστές ή χρήση σε δίκτυο υπολογιστών (βλ. Μαρίνο, Εξουσίες του δικαιούχου προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή σύμφωνα με το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία - Συμβολή στην ερμηνεία των άρθρων 40-43 ν. 2121/1993, ΕλλΔνη 1995, σελ. 533- 534). Βέβαια, τις νόμιμες εξαιρέσεις των άρθρων 42, άλλα και 43 (αναφορικά με την αποσυμπίληση) του ν. 2121/1993 ως προς την αναπαραγωγή, διασκευή ή οποιοσδήποτε άλλη μετατροπή του προγράμματος μπορεί να επικαλεσθεί μόνον ο νόμιμος χρήστης αυτού, δηλαδή κάθε αγοραστής νομίμου αντιγράφου του προγράμματος και κάθε φορέας άδειας χρήσης ή εκμετάλλευσης πάνω σε τούτο, και, ειδικώς στις περιπτώσεις του άρθρου 42, και εφόσον οι σχετικές πράξεις είναι αναγκαίες για την κατά προορισμό χρήση του προγράμματος, δηλαδή εφόσον δεν είναι απλώς από εμπορική άποψη συμφέρουσες και βολικές με την έννοια της εξοικονόμησης χρόνου και δαπανών (βλ. Μαρίνο, Εξουσίες του δικαιούχου προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή σύμφωνα με το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία - Συμβολή στην ερμηνεία των άρθρων 40-43 ν. 2121/1993, ό.π., σελ.536).

γ) Στο άρθρο 65 του ν. 2121/1993 με αντικείμενο τις αστικές κυρώσεις επί προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος, προβλέπεται, εκτός των άλλων, ότι σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής υπέρ του και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση (παρ. 1 και 4), ότι όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.(παρ. 2), και ότι, αντί για αποζημίωση και χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του υπόχρεου, ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει είτε την καταβολή του ποσού κατά το οποίο ο υπόχρεος έγινε πλουσιότερος από την εκμετάλλευση του έργου χωρίς άδεια του δημιουργού είτε την καταβολή του κέρδους που ο υπόχρεος αποκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή (παρ. 3). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο δικαιούχος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος σε περίπτωση προσβολής, αντί να διεκδικήσει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενος υπαιτιότητα του προσβολέα λόγω της αδικοπρακτικής φύσης των εν λόγω αξιώσεων, δύναται, χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του τελευταίου, να απαιτήσει είτε το ποσό κατά το οποίο αυτός έγινε πλουσιότερος από την εκμετάλλευση του έργου, εν είδει αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, είτε το ποσό που τούτος απεκόμισε ως κέρδος από την ίδια εκμετάλλευση, εν είδει αξίωσης μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, εφαρμοζόμενων συμπληρωματικά των ρυθμίσεων των άρθρων 904 επ. και 734 επ. του ΑΚ, αντίστοιχα. Περαιτέρω, η προσβολή απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος, όπως το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, συνιστά πράξη παράνομη και, εφόσον γίνεται υπαίτια, συνιστά αδικοπραξία, επειδή ενέχει αφ’ εαυτής εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου. Δηλαδή, το γεγονός της επέμβασης δημιουργεί και την παράνομη πράξη κατ’ άρθρο 914 ΑΚ και την ειδική διάταξη του άρθρου 65 του ν. 2121/1993. Γενικά, ως παράνομη προσβολή ισχύει κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές ή περιουσιακές) του δημιουργού και γίνεται χωρίς την άδεια του, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής (συναίνεση του δημιουργού, συμβατικός περιορισμός και, θεωρητικώς, άμυνα). Το εύρος του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος κρίνεται με βάση τα άρθρα 3, 4 και 6 του ν. 2121/1993. Η προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας υπάρχει στο ίδιο ακριβώς πεδίο στο οποίο κινείται η αποκλειστική εκμετάλλευση του έργου, έτσι ώστε το δικαίωμα αναπαραγωγής π.χ. να. προσβάλλεται από εκείνον μόνον ο οποίος αναπαράγει χωρίς άδεια το έργο, το δικαίωμα, αποκλειστικής θέσης σε κυκλοφορία να προσβάλλεται από εκείνον που θέτει το έργο σέ κυκλοφορία κ.ο.κ. Η κλασική πάντως μορφή προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας (αλλά και των συγγενικών δικαιωμάτων) είναι η ανάληψη ξένου έργου, είτε πρόκειται για πιστή αναπαραγωγή του είτε για αναπαραγωγή του με αποκλίσεις και τροποποιήσεις (διασκευή, βλ. ΠΠρΘεσ/κης 22651/2007, Αρμ. 2008, 1650). Εξάλλου, το άρθρο 65 του ν. 2121/1993 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται όπου η ως άνω ειδική διάταξη αφήνει κενά και στον βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη ή ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις των άρθρων 63 επ. του ν. 2121/1993. Η υπαιτιότητα απαιτείται μόνο για την αξίωσή αποζημίωσης, ενώ η ίδια η πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο (βλ. ΕφΑθ 2724/2012, ΤΝΠ Νόμος). Επιπλέον, εκ του άρθρου 13 παρ. 3 εδ. δ’ του ν. 2121/1993, εξάγεται ότι ο αποκλειστικός αδειούχος χρήσης πρωτοτύπου έργου, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία με ενοχική διάσταση στη σχέση του με το δημιουργό, μπορεί να ζητά στο δικό του όνομα τη δικαστική προστασία των περιουσιακών εξουσιών που ασκεί από παράνομες προσβολές τρίτων. Ο δε αρχικός δικαιούχος/δημιουργός εφόσον παραχώρησε ορισμένες περιουσιακές εξουσίες προς αποκλειστική εκμετάλλευση, μπορεί κατά περίπτωση, με επίκληση ειδικού. εννόμου συμφέροντος, να ασκήσει παράλληλα με' τον αδειούχο κατά του αυτού προσβολέα τις ίδιες αξιώσεις προστασίας, και, σε κάθε περίπτωσή, μπορεί να διώξει αυτοτελώς τη δικαστική προάσπισή των εξουσιών του ηθικού του δικαιώματος, που παραμένει αμεταβίβαστο (βλ. Μαρίνο, Πνευματική Ιδιοκτησία, έκδοση 2η, Αθήνα- Κομοτηνή 2004, παρ. 495 και 498, σελ. 249 έως 251).

V. Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι παρόντες διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται είτε για να χρησιμεύσουν προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, των υπ' αριθμ. /13.04.2016, /13.04.2016 και 1178/13.04.2016 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων, αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια των εναγόντων για να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης προς υποστήριξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, ύστερα από νόμιμη πριν από δύο (2) εργάσιμες ημέρες κλήτευση των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αρ. /08.04.2016 και /08.04.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Βασιλείου Αθαν. Δήμου, σε συνδυασμό με την από 08.04.2016 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, της υπ' αριθμ. 28.04.2016 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών του μάρτυρα, η οποία ελήφθη με επιμέλεια των εναγόντων για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης προς αντίκρουση των αμυντικών ισχυρισμών και των ενόρκων βεβαιώσεων της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, ύστερα από νόμιμη πριν από δύο (2) εργάσιμες μέρες κλήτευση αμφότερων των αντιδίκων τους, όπως, προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αρ. 25.04.2016 και 25.04.2016 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με την από 25.04.2016 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, των υπ' αριθμ. 14.04.2016, 14.04.2016 και 14.04.2016 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας για να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης προς υποστήριξη των αμυντικών ισχυρισμών της, ύστερα από νόμιμη πριν από δύο (2) εργάσιμες μέρες κλήτευση των εναγόντων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αρ. 11.04.2016, 11.04.2016 και 11.04.2016 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών (οι δύο πρώτες) και (η τρίτη), σε συνδυασμό με την από 08.04.2016 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, της υπ' αριθμ. 28.04.2016 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας του μάρτυρα , η οποία ελήφθη με πρωτοβουλία της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης προς αντίκρουση των ισχυρισμών και των ενόρκων βεβαιώσεων των εναγόντων, ύστερα από νόμιμη πριν από δύο (2) εργάσιμες μέρες κλήτευση των τελευταίων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ αρ. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών σε συνδυασμό με την από 22.04.2016 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων (βλ. άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, ως αυτά εισήχθησαν με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη, ούτε ως δικαστικά τεκμήρια, ούτε ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, η υπ' αρ. πρωτ. 6872/27.04.2016 επιστολή του ενεργούντος για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «.» και η άνευ ημερομηνίας επιστολή του γενικού διευθυντή της εταιρείας με την επωνυμία «», οι οποίες αμφότερες προσκομίζονται από τους ενάγοντες με την προσθήκη - αντίκρουσή τους, συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης και εμπεριέχουν μαρτυρίες τρίτων, οι οποίες δόθηκαν κατά καταστρατήγηση των δικονομικών διατάξεων περί λήψης ενόρκων βεβαιώσεων από μάρτυρες ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (βλ. ΑΠ 930/ 2008, ΝΟΜΟΣ ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος ενάγων, ο οποίος απεβίωσε στις 9/3/2017 στην Αθήνα και στη θέση του υπεισήλθαν ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήταν πτυχιούχος προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών (στο εξής Η/Υ) και ασχολούνταν κατ' επάγγελμα με την ανάπτυξη, συντήρηση και υποστήριξη λογισμικού. Στις 16.05.2011, με βάση το από' την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ετερόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Γ.Ε.ΜΗ., συνέστησε, με την, τη δεύτερη ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «» και το διακριτικό τίτλο «», στην οποία ο ίδιος συμμετείχε ως ομόρρυθμος εταίρος και καθολικός διαχειριστής και η προαναφερόμενη ως. ετερόρρυθμη εταίρος. Η εν λόγω διάδικος εταιρεία είχε ως επιχειρηματικό αντικείμενο τη μελέτη, ανάπτυξη και εμπορία λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών και την παροχή υπηρεσιών συμβούλου σε θέματα πληροφορικής, νέων τεχνολογιών και συστημάτων επικοινωνίας, τροποποιήθηκε ως προς την εταιρική της σύνθεση, με το από 19.12.2014 τροποποιητικό του καταστατικού της ιδιωτικό συμφωνητικό, νομίμως καταχωρηθέντος στο ΕΕ.ΜΗ., με την είσοδο ως ετερόρρυθμης εταίρου της και την έξοδο της ανωτέρω, του πρώτου ενάγοντος παραμένοντος διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου, ενώ κατά τον παρόντα χρόνο έχει λυθεί και τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, δυνάμει του από 02.02.2016 σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού των ώς άνω εταίρων της, το οποίο καταχωρήθηκε στο Γ Ε.ΜΗ. στις 05.02.2016 και με το οποίο ο πρώτος ενάγων είχε ορισθεί εκκαθαριστής (βλ. ως άνω από 16.05.2011, 19.12.2014 και 02.02.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά , καθώς και την υπ' αρ. Πρωτ. 381348/07.03.2016 ανακοίνωση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ., ως προσκομίζονται με επίκληση από τους ενάγοντες). Περαιτέρω, κατά τα έτη 2001 - 2002, ο πρώτος ενάγων ασχολήθηκε επαγγελματικά με την ανάπτυξη ενός λογισμικού καθολικής μηχανοργάνωσης και διαχείρισης της πελατειακής βάσης επιχειρήσεων ασχολούμενων με την παροχή υπηρεσιών (βλ. την από 01.10.2015 εκτύπωση οθόνης προγράμματος, προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες). Το δε έτος 2004 εκκίνησε, ως ιδιώτης, επαγγελματική συνεργασία με το πρώτο εναγόμενο σωματείο, που δραστηριοποιείται στο πεδίο παροχής υπηρεσιών οδικής βοήθειας και ασφάλισης σχημάτων, με αντικείμενο τη συντήρηση, υποστήριξη και ανάπτυξη του μηχανογραφικού του συστήματος, αναλαμβάνοντας κατ' ουσίαν υπεύθυνος της μηχανοργάνωσής του. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ενασχόλησής του, εξέλιξε το ως άνω λογισμικό σε μια δέσμη επιμέρους διασυνδεδεμένων προγραμμάτων Η/Υ, τα οποία αλληλεπιδρούν και τελούν σε λειτουργική ενότητα, συνθέτοντας μια εφαρμογή, που επιτυγχάνει την παροχή ευρέος φάσματος υπηρεσιών διαχείρισης πελατολογίου και εξυπηρέτησης των πελατών τηλεφωνικού κέντρου. Το λειτουργικό αυτό σύνολο υποπρογραμμάτων (καλούμενο στο εξής ως «η Εφαρμογή») αναπτύχθηκε από τον πρώτο ενάγοντα σε εξυπηρετητή (ή διακομιστή server) τύπου AS/400, κατασκευής, κατ' απόλυτη προσαρμογή στις ανάγκες μηχανοργάνωσης του πρώτου εναγομένου, που έγκεινται στη συστηματική διαχείριση συνδρομητών οδικής βοήθειας, αλλά και στην κατάρτιση και οργάνωση ασφαλιστηρίων συμβολαίων σχημάτων, έχει εξ αυτού του λόγου μη εμπορικό χαρακτήρα και, λόγω της ανοικτού τύπου αρχιτεκτονικής του, παρέχει τη δυνατότητα συνεχούς εμπλουτισμού με νέες υπολογιστικές παραμέτρους προς αντιμετώπιση διαβαθμισμένων και εξελισσόμενων απαιτήσεων υλοποίησης των από αυτό εξυπηρετούμενων μηχανογραφικών εργασιών (βλ. την υπ' αριθμ. ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών του μάρτυρα - προγραμματιστή Η/Υ, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες). Λόγω δε της φύσης των ως άνω παρεχόμενων υπηρεσιών του πρώτου εναγόμενου σωματείου, ως εγκείμενων στην υποστήριξη πελατειακής βάσης μέσω της λειτουργίας τηλεφωνικού κέντρου για την υλοποίηση αιτημάτων, και προσφορά οδικής συνδρομής, καθίσταται σαφές, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, ότι η διατήρηση, κεντρικού υπολογιστικού συστήματος μηχανοργάνωσης προσλαμβάνει κεφαλαιώδη σημασία για την ίδια του τη λειτουργία. Προσέτι, στις 20.09.2011 καταρτίστηκε μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας και του πρώτου εναγομένου, η από την ίδια ημερομηνία «σύμβαση έργου, συντηρήσεως, βελτιώσεως και δημιουργίας νέων εφαρμογών», στην οποία συμβλήθηκε ως τρίτος ο πρώτος ενάγων, με τους ακόλουθους κύριους όρους: α) στη δεύτερη ενάγουσα ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία ανατέθηκε από το πρώτο εναγόμενο το έργο της συντήρησης, βελτίωσης και δημιουργίας νέων εφαρμογών επί του, ήδη μέχρι τότε αναπτυχθέντος από τον πρώτο ενάγοντα, μηχανογραφικού συστήματος, το οποίο (έργο) περιελάμβανε, ως επιμέρους εκφάνσεις, την παροχή υποστήριξης προς άμεση αντιμετώπιση προβλημάτων εκτέλεσης του λογισμικού, τη δημιουργία και εγκατάσταση σε τακτά χρονικά διαστήματα, και όταν αυτό επιβαλλόταν, βελτιωμένων εκδοχών του λογισμικού, ώστε αυτό να διατηρείται στην καλύτερη τεχνολογική και λειτουργική μορφή, την εκτέλεση διορθώσεων σε σφάλματα του λογισμικού και τη δημιουργία νέων εφαρμογών σε αυτό σύμφωνα με τις τρέχουσες απαιτήσεις (βλ. Άρθρο 1), β) ορίσθηκε χρονική διάρκεια ισχύος από 01.06.2011 έως 31.05.2012 και αμοιβή της δεύτερης ενάγουσας, για το συγκεκριμένο διάστημα ύψους €, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 23% (βλ. άρθρα 3 και 4), γ) θεσπίσθηκε ρήτρα εμπιστευτικότητας μεταξύ των μερών  σε σχέση με το σύνολο των πληροφοριών, στοιχείων και εγγράφων περί το λογισμικό, καθώς και η υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου να μην αποκαλύπτει σε τρίτους, χωρίς τη συναίνεση της δεύτερης ενάγουσας, στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο του λογισμικού και τις μεθόδους εργασίας και ανάπτυξης επ’ αυτού (βλ. άρθρο 7), δ) ο πρώτος ενάγων χορήγησε στη δεύτερη ενάγουσα «μικτή άδεια χρήσης/εκμετάλλευσης» - κατά τη διατύπωση του συμβατικού κειμένου - του μέχρι τότε αναπτυχθέντος από τον ίδιο λογισμικού, εκτεινόμενη χρονικά μέχρι τη λήξη της σύμβασης, με μοναδικό σκοπό τη συντήρηση και βελτίωση των αναγκών μηχανογράφησης του συστήματος του πρώτου εναγόμενου σωματείου και με τη δημιουργία πρόσθετων εφαρμογών, ενώ άπαντες οι συμβληθέντες αναγνώρισαν ότι οι τυχόν νέες εφαρμογές που θα δημιουργούνταν από τη δεύτερη ενάγουσα ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία επί του μέχρι τότε αναπτυχθέντος λογισμικού, ή και ανεξάρτητα από αυτό, σε εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεών της, θα ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητά της (άρθρο 8). Σε συνέχεια της συγκεκριμένης σύμβασης, εξάλλου, συνήφθη, μεταξύ των ίδιων ως άνω μερών, η από 18.07.2012 δεύτερη σύμβαση, με όμοιο περιεχόμενο, με την οποία, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, με παραχώρηση «μικτής άδειας χρήσης» του οικείου λογισμικού από τον πρώτο ενάγοντα προς την ομόδικο του εταιρεία, προς το σκοπό της θεμελίωσης κυριότητας αυτής επί των νέων υποπρογραμμάτων που θα ανέπτυσσε, με χρονική διάρκεια από 01.06.2012 έως 31.05.2015 και έναντι μηνιαίας αμοιβής ύψους €, πλέον Φ.Π.Α. 23%, ανατέθηκε στη δεύτερη ενάγουσα ήδη, υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία η διεύθυνση μηχανοργάνωσης του πρώτου εναγόμενου σωματείου, ορισθέντος του πρώτου ενάγοντος ως του υπευθύνου συμβούλου πληροφορικής για λογαριασμό της. Σημειώνεται, ότι το πλαίσιο της ως άνω σύμβασης τροποποιήθηκε μόνο ως προς το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής, με την από 01.10.2014 τροποποιητική σύμβαση που υπεγράφη από τα ίδια ως άνω μέρη, καθορισθείσας τούτης, επ’ ωφελεία της δεύτερης ενάγουσας ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας κατά μήνα στο ύψος των 5.287 €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., και για το χρονικό διάστημα από 01.10.2014 έως 31.01.2015. Περαιτέρω, σχετικά με τα τεχνικά στοιχεία και τις λειτουργίες της ένδικης Εφαρμογής διαχείρισης συνδρομητών οδικής βοήθειας, αναλυτικότερα, πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα. Αυτή αποτελείται από 1490 προγράμματα Η/Υ γραμμένα σε γλώσσα προγραμματισμού RPG/3, 1036 προγράμματα γραμμένα σε γλώσσα προγραμματισμού RPG/ILE, 632 προγράμματα γραμμένα σε γλώσσα μηχανής CL/400, 1019 οθόνες, 948 φυσικά και 1084 λογικά αρχεία και 161 εκτυπωτικά γραμμένα σύμφωνα με τις προδιαγραφές του συστήματος AS/400 (δημιουργία μέσω κώδικα DDS - Data Description Specification). Σκοπός της είναι να καλύψει ανάγκες μηχανογράφησης σχετικά με τη διαχείριση πελατολογίου συνδρομητών Ο.Β. Παρέχει πλήθος λειτουργιών και, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει πλήρη διαχείριση στοιχείων συνδρομητή, στοιχείων οχημάτων, συμβολαίων, οικονομικών στοιχείων, κλήσεων, ομαδικών συμβολαίων, κλήσεων και στοιχείων APC (ευρωπαϊκός φορέας λεσχών), ξένων συστημάτων ανταλλαγής στοιχείων, στοιχείων πελατών και κλήσεων ξένων λεσχών εξωτερικού, SNAKES, ΔΔΑΕ, πολυπτύχων, πιστωτικών επιστολών, συμπτύξεων και κυκλώματος ελέγχου αποδείξεων, προκαταβολών, προμηθειών συνεργατών κατά περίσταση. Το κεντρικό μενού της περιέχει οκτώ (8) διαφορετικές ομαδοποιημένες επιλογές εργασιών και το κάθε υπό μενού της ακόμη περισσότερες, συνολικά τουλάχιστο εξακόσιες πενήντα (650) και πλέον επιλογές. Παράλληλα, ενσωματώνει, ως αυτοτελές υποσύστημα, τη λειτουργία διαχείρισης brokers και συνεργατών, η οποία παρέχει απομακρυσμένη πρόσβαση σε συνεργάτες - brokers (μεσίτες) προκειμένου να ασφαλίζουν και να εκδίδουν συμβόλαια επιτόπου με υπολογισμό προμηθειών σε μορφή «δέντρου». Επίσης, αυτοτελές υποσύστημα τιμολόγησης - επανέκδοσης συμβολαίων και περιλαμβάνει προγράμματα για την ηλεκτρονική αποθήκευση συμβολαίων σε μορφή pdf, πλήρη διαχείριση εξουσιοδοτήσεων ανά ομάδες χρηστών, διατήρηση αναλυτικού ιστορικού κινήσεων σε βάθος εικοσαετίας, εξαγωγή οποιουδήποτε στατιστικού απαιτηθεί με βάση τα καταχωρημένα στοιχεία, και λειτουργίες διόρθωσης λανθασμένων καταχωρήσεων συναφώς δε, όλα τα συμβόλαια εκδίδονται σε μορφή pdf και αρχειοθετούνται από πρόγραμμα αυτόματα σε ψηφιακή μορφή. Εξάλλου, στοιχεία πρωτότυπης προγραμματιστικής μεθόδου και έκφρασης της ίδιας της Εφαρμογής, ως ενιαίου λειτουργικού συνόλου, αλλά και των επιμέρους υποπρογραμμάτων της, κατά περίπτωση, αποτελούν τα κάτωθι αναφερόμενα δεδομένα: i) η δυνατότητά της να λειτουργήσει με. άμεση διασύνδεση μέσω απομακρυσμένων συσκευών (όπως tablets και smartphones), ανεξαρτήτως λειτουργικού, ii) ο πραγματικός χρόνος διεξαγωγής όλων των απαιτούμενων ελέγχων σε κάθε καταχώριση, ανεξαρτήτως του σημείου σύνδεσης ή/και της συσκευής, iii) η δυνατότητα οποιουδήποτε χρήστη να πληροφορείται άμεσα για την ποιότητα των στοιχείων κάθε καταχώρισης, iν) το φιλτράρισμα κάθε καταχώρισης μέσω σειράς ελέγχων επί προδιατυπωμένων παραμέτρων, το οποίο δεν επιτρέπει τη συνέχιση της καταχώρισης αν δεν πληρούνται οι οικείες προδιαγραφές, v) η δυνατότητα εξαγωγής σε excel ή άλλες μορφές στατιστικών εξειδικευμένων ανά χρήστη του συστήματος, χωρίς τη μεσολάβηση εξωτικού λογισμικού, vi) ο ορισμένος τρόπος γραφής των υποπρογραμμάτων, ώστε όλες οι ονοματολογίες να παραπέμπουν σε συγκεκριμένη ομαδοποίηση προγραμμάτων ή αρχείων, vii) η κωδικοποιημένη και ομοιογενής ονοματολογία των πεδίων σε όλο της το εύρος, viii) η λελογισμένη διαχείριση των πόρων του συστήματος (μνήμης) που απαιτούνται σε κάθε περίπτωση διαχείρισης δεδομένων, κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται προσπέλαση σε αυτά μόνο όταν είναι απαραίτητο και να απαιτείται μικρότερη υπολογιστική ισχύς κατά την εκτέλεση, ix) ο καθορισμός της εναλλαγής μεταξύ των πεδίων επί τη βάσει προδιαγεγραμμένου μοτίβου, ώστε καμία οθόνη καταχώρισης να είναι «ελεύθερη», αλλά το κάθε πρόγραμμα να καθοδηγεί το χρήστη αυτόματα σε κάθε επόμενο πεδίο, αφού διενεργήσει τους απαραίτητους ελέγχους σε καθένα ξεχωριστά, σε πραγματικό χρόνο, x) σε περίπτωση καταχώρισης λάθους ή ελλιπών στοιχείων, η δυνατότητα εύρεσης του λάθους ή της έλλειψης και, κατά περίσταση, διόρθωσής του, με τη συνδρομή σειράς διαγνωστικών προγραμμάτων, xi) η ηλεκτρονική παρακολούθηση της πορείας και αυτόματη διεκπεραίωση των αναφορών ή των προτάσεων των χρηστών σχετικά με λειτουργικά ζητήματα, xii) ο κατά τέτοιο τρόπο σχεδιασμός και λειτουργία, ώστε να είναι δυνατή η ενσωμάτωση διαδικασιών οποιουδήποτε τρίτου - συνεργάτη, οποιοδήποτε αντικείμενο ενασχόλησης, ακόμα και διαφορετικό της παροχής υπηρεσιών οδικής βοήθειας, όπως π.χ. εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων, xiii) η ανοικτή αρχιτεκτονική σχεδίαση των προγραμμάτων και αρχείων, στα πλαίσια ενός απολύτως παραμετρικού συστήματος που επιτρέπει την οποιαδήποτε αλλαγή προσαρμογή ανάλογα με την απαίτηση του χρήστη σε ελάχιστο χρόνο, xiv) η ενσωμάτωση αυτόνομου επιμέρους υποσυστήματος τιμολόγησης, το οποίο αφορά τιμολόγηση μεμονωμένης παροχής υπηρεσιών, σε συμβόλαιο, με μέτρηση απόστασης, μερισμένη (με πάγιο και απόσταση ή ώρα απασχόλησης), ανά τεμάχιο και για πώληση αγαθών με έκδοση πιστοποιητικού χωρίς αξίες, με δυνατότητα αυτόματου επιμερισμού της αξίας στα προϊόντα, του πελάτη, έκδοσης φορολογικών παραστατικών και, εφόσον απαιτηθεί, ενημέρωσης τρίτης εφαρμογής (π.χ. λογιστικής) σε πραγματικό χρόνο, xv) η μερική κάλυψη λογιστικών εργασιών και η δυνατότητα της ενσωμάτωσης και διαχείρισης λογιστικού σχεδίου, xvi) η δυνατότητα της διαχείρισης αποστολής προσωπικού και της. σε πραγματικό χρόνο παρακολούθηση της κίνησης οχημάτων στόλου παροχής Ο.Β., είτε αυτόνομα είτε μέσω τρίτων συστημάτων, xvii) η τήρηση αρχείων ιστορικού για όλες τις κινήσεις των επιμέρους χρηστών και επιμέτρησης σχετικών δεδομένων σχετικά με την αποδοτικότητά τους (βλ. τις υπ' αριθμ. ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων προγραμματιστή Η/Υ και αναλυτή συστημάτων, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες). Συνολικά δε, η ένδικη Εφαρμογή επιτυγχάνει ολοκληρωμένη διαχείριση πελατών, κλήσεων για οποιαδήποτε υπηρεσία, ιδίως σχετικά με την παροχή οδικής βοήθειας και ασφαλιστικής κάλυψης σε οχήματα (συμβάντα, παράπονα, πληροφορίες, ραντεβού κλπ.), τιμολόγησης με ή χωρίς επιλογή, οικονομικής λειτουργίας, υποσυστημάτων συνεργατών - πρακτόρων -brokers, λειτουργιών με διαδικασίες CRM (Customer – Relation - Manager), προκειμένου να επιτευχθεί η ορθή εξυπηρέτηση του πελατολογίου. Με βάση τις ως άνω πραγματολογικές παραμέτρους, εξάλλου, εξάγεται ότι η ένδικη Εφαρμογή αποτελεί μία πρωτότυπη ως προς τη διαλειτουργικότητά της δέσμη προγραμμάτων, η οποία καταρτίσθηκε από τον πρώτο ενάγοντα ως απόλυτα προσαρμοσμένη στις εξελισσόμενες απαιτήσεις μηχανοργάνωσης του πρώτου εναγόμενου σωματείου και εμπλουτιζόταν συνεχώς από αυτόν, ώστε να ανταποκρίνεται στα κάθε φύσης προβλήματα που παρουσιάζονταν και στις νέες ανάγκες του ως άνω, είτε αυτές αφορούσαν στη νομοθεσία είτε την καθημερινή πρακτική, αλλά και ότι και τα επιμέρους υποπρογράμματα τούτης (της Εφαρμογής) χαρακτηρίζονται κατά περίπτωση από την προσωπική πνευματική συμβολή του πρώτου των εν προκειμένω επιτιθέμενων διαδίκων, καθώς και από μία ιδιαίτερη ατομικότητα και ένα δεδομένο δημιουργικό ύψος, που τα διαφοροποιεί από τα άλλα προγράμματα μηχανοργάνωσης, αφού σχεδιάσθηκαν για να υποστηρίξουν λειτουργικά τη μηχανογραφική δομή του πρώτου εναγόμενου σωματείου, έκαστο επόμενο με υπόστρωμα το κάθε προηγούμενο, αποτελώντας παράγωγο έργο αυτού, κατ' ενσωμάτωση πρωτότυπης μορφής που βασιζόταν στη «βασική μορφή» του τελευταίου (του προηγούμενου υποπρογράμματος) και εξελίσσοντάς την (βλ. τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη της παρούσας). Υπό την οπτική αυτή, τόσο η επίδικη Εφαρμογή ως ενιαίο λειτουργικό σύνολο λογισμικού, όσο και τα επιμέρους υποπρογράμματα της συνιστούν προστατευόμενα από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας έργα, απορριπτομένων, ως ουσία αβάσιμων των όσων αντιθέτων διατείνεται η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία. Καθότι δε επί της  επίδικης Εφαρμογής επενεργούσε εξ αρχής ο πρώτος ενάγων - προγραμματιστής, από το έτος 2004, όποτε άρχισε η συνεργασία του με το πρώτο εναγόμενο σωματείο, ως ατομικώς δρών επαγγελματίας, και από την 20.09.2011, οπότε εκκίνησε η συνεργασία του τελευταίου με τη δεύτερη ενάγουσα ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία με αντικείμενο την ανάληψη της μηχανοργάνωσής της, και εντεύθεν, ως ενεργών για λογαριασμό τούτης (της εταιρείας), υπό την ιδιότητα του σχετικώς ορισθέντος υπευθύνου συμβούλου πληροφορικής, και του νομίμου εκπροσώπου της, και επί τη βάσει της άδειας χρήσης του μέχρι τότε αναπτυχθεντός λογισμικού, που ο ίδιος είχε παραχωρήσει και εκτιμάται, λόγω του μη εμπορικού χαρακτήρα αυτού (του λογισμικού), αλλά και του προσωποπαγούς χαρακτήρα των συναλλακτικών σχέσεων μεταξύ των τριών προαναφερόμενων μερών, ως αποκλειστική άδεια χρήσης, τούτος (ο πρώτος ενάγων) είναι δικαιούχος του ηθικού δικαιώματος επί του συνόλου των υποπρογραμμάτων και του περιουσιακού δικαιώματος επί των υποπρογραμμάτων που δημιούργησε προ της ως άνω ημερομηνίας, η δε δεύτερη ενάγουσα ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία είναι δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος επί των υποπρογραμμάτων που ο εν λόγω ομόδικος, ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της, ανέπτυξε μετά την 20.09.2011, κατά αυτοδίκαιη στην ίδια μεταβίβαση από αυτόν, ένεκα της δημιουργικής δράσης του υπό τις οδηγίες της και κατ’ εκπροσώπησή, της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 του ν. 2121/1993. Έτι περαιτέρω, ενώ η δεύτερη ενάγουσα ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία παρείχε τις προαναφερόμενες υπηρεσίες καθολικής μηχανογραφικής υποστήριξης στο πρώτο εναγόμενο σωματείο, με μοχλό υλοποίησης τη συντήρηση, συνεχή αναβάθμιση επικαιροποίηση και εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της ως άνω Εφαρμογής, δια του νομίμου εκπροσώπου της πρώτου ενάγοντα, στο πλαίσιο εκτέλεσης της προαναφερόμενης από 18.07.2012 δεύτερης σύμβασης έργου, ενημερώθηκε από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου, για την πρόθεση αυτού να μην ανανεώσει τη συγκεκριμένη σύμβαση, αλλά, προς το σκοπό του περιορισμού του λειτουργικού του κόστους, να προμηθευθεί, δι' αγοράς από το εμπόριο, αυτόνομη εφαρμογή λογισμικού μηχανοργάνωσης, την οποία θα λειτουργούσε ανεξάρτητα το δικό του προσωπικό, και δέχθηκε την παρότρυνση να υποβάλει προσφορά πώλησης της ένδικης Εφαρμογής, στο πλαίσιο υλοποίησης της εν λόγω απόφασης. Πράγματι, η δεύτερη ενάγουσα, ανταποκριθείσα στην ως άνω προτροπή υπέβαλε δια του εν προκειμένω' ομοδίκου διαχειριστή της, στο πρώτο εναγόμενο σωματείο την υπ' αρ. πρωτ.  24.04.2015 έγγραφη προσφορά της με αντικείμενο την πώληση της επίδικης Εφαρμογής στην τιμή των €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α 23%, με δεσμευτική ισχύ τριάντα ημερών, στην οποία, ύστερα από σχετική συμβουλή του ως άνω Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, για να καταστεί πιο πιεστική για τα μέλη του τελευταίου η ανάγκη της σχετικής αγοράς και πιο εναργής η χρεία επιλογής του επίδικου λογισμικού, διαλήφθηκε υπόμνηση ότι η ίδια (η δεύτερη ενάγουσα) δεν επιθυμούσε την ανανέωση της ανωτέρω σύμβασης. Στη συνέχεια, ύστερα από νέα προφορική παράκληση του προαναφερόμενου Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου, δέκα περίπου μέρες πριν από την εκπνοή της ισχύος της ως άνω από 18.07.2012 σύμβασης, η οποία αιτιολογήθηκε με βάση την επίτευξη καλύτερων πιθανοτήτων ευδοκίμησης και συνοδεύτηκε από τη διαβεβαίωση για την τελική επιλογή της ένδικης Εφαρμογής, η δεύτερη ενάγουσα ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία, δια του επί του παρόντος ομοδίκου διαχειριστή της, απέστειλε στο πρώτο των αντιδίκων της, μετά την παρέλευση του ως άνω συμβατικού χρόνου τη με αρ. πρωτ. 1503 από 11.06.2015 νέα βελτιωμένη προσφορά πώλησης του ένδικου λογισμικού στην τελική τιμή των €, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, με ρητή δεσμευτική ισχύ μέχρι την 15.06.2015, ενώ, με την από την ίδια ως άνω ημερομηνία επιστολή της, του δήλωσε ότι θα συνέχιζε να προσφέρει υπηρεσίες υποστήριξης μέχρι και την 19.06.2015. Σημειώνεται δε, ότι η δεύτερη ενάγουσα συνέχιζε να παρέχει στο πρώτο εναγόμενο υπηρεσίες υποστήριξης της μηχανοργάνωσης του σύμφωνα με το ορισθέν στην από 18.07.2012 σύμβαση πλαίσιο και μετά την παρέλευση του ορισθέντος χρόνου διάρκειας της, κατά την

επειδή ανέμενε καλόπιστα την τελική απόφαση του εν λόγω αντιδίκου της για την αγορά της ένδικης Εφαρμογής, επί τη βάσει των σχετικών συνεχών διαβεβαιώσεων του προαναφερόμενου Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη συναλλακτική επαφή μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου, εξάλλου, εκτός από την αποδεικτική έδρασή τους στα έγγραφα κείμενα των ως άνω προσφορών, ως αφορώντα τη δική του σφαίρα έννομης επιρροής σε σχέση με τη συγκεκριμένη αντίδικό του, θεωρήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ομολογημένα από το εν λόγω των εναγομένων, λόγω της ερημοδικίας του, κατ’ αρ. 271 παρ. 3 ΚπολΔ, χωρίς να βάλλεται η εκκαλουμένη ως προς την κρίση της αυτή. Εν τω μεταξύ, ήδη από το Μάιο του 2015 το πρώτο εναγόμενο σωματείο βρισκόταν σε συνεννόηση με τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ανάπτυξης, υποστήριξης και εμπορίας λογισμικού, θυγατρική παραγωγής υλικού Η/Υ παγκοσμίως, προκειμένου η τελευταία να αναλάβει τη φιλοξενία και διαχείριση των υπολογιστικών του συστημάτων, ήτοι των εξυπηρετητών (servers), παρόλο που για τη συντήρηση των σχετικών μηχανών (harware), το εν λόγω πρώτο των αμυνόμενων διαδίκων είχε σε ισχύ σχετικά την υπ' αρ. σύμβαση με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «» (με χρονική διάρκεια από την 15.09.2014 έως την 14.09.2015, βλ. το κείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης, ως προσκομίζεται με επίκληση από τους ενάγοντες). Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλακτικής επαφής αποφασίσθηκε η μεταφορά και φιλοξενία ενός εκ των εξυπηρετητών (server) AS/400 του πρώτου εναγομένου στο data center (κέντρο δεδομένων) της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας στ. .. Αττικής, και η από εκεί λειτουργία του με την παραχώρηση απομακρυσμένης πρόσβασης στους σχετικώς εξουσιοδοτηθέντες υπαλλήλους του εν προκειμένω διαδίκου. Η επιλογή αυτή προφανώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπαγορεύθηκε από την επιθυμία της διοίκησης του πρώτου εναγομένου να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανογραφικού του συστήματος από εγκατάσταση εκτός της έδρας του, λόγω του συνεχούς αποκλεισμού της από υπάλληλους του, που διαμαρτύρονταν για τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ένεκα σοβαρότατων οικονομικών προβλημάτων του εν λόγω διάδικου μέρους (για την κρατούσα το θέρος του 2015 στο πρώτο εναγόμενο σωματείο κατάσταση οικονομικής αβεβαιότητας και εργασιακής αναταραχής, με επισχέσεις εργασίας του προσωπικού και συνεχείς καταλήψεις των εγκαταστάσεων του, όπως προκύπτει από τα αποκόμματα δημοσιεύσεων στον έντυπο τύπο της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου που προσκομίζει με επίκληση η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία. Πράγματι, στις 27.05.2015 επισκέφθηκε την έδρα του πρώτου εναγόμενου σωματείου κλιμάκιο τεχνικών της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, με επικεφαλής τον υπεύθυνο του σχετικού έργου («project manager»), , ανέλαβε τον εξυπηρετητή AS/400, στον οποίο περιείχετο η ένδικη Εφαρμογή, και τον μετέφερε στις, εγκαταστάσεις της... Πριν τη διενέργεια της φυσικής αυτής μεταφοράς του μηχανικού συστήματος, ελήφθη, για λόγους ασφαλείας, σε εξωτερικό αποθηκευτικό μέσο, ήτοι σε μαγνητοταινία (tape), ένα καθολικό αντίγραφο του περιεχομένου του (entire system back up), δηλαδή όλων των προγραμμάτων και αρχείων που βρίσκονταν αποθηκευμένα σε αυτό, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και η επίδικη Εφαρμογή, ως η δεύτερη εναγομένη ρητώς συνομολογεί στις έγγραφες προτάσεις της. Στο σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι η λήψη του συγκεκριμένου αντιγράφου ολοκληρώθηκε σε μία ημέρα, ήτοι την 27.05.2015, παρά τα όσα περί αντιθέτου διαλαμβάνει η δεύτερη εναγόμενη στις έγγραφες προτάσεις της, ως περιεχόμενο συναφούς ισχυρισμού, με έρεισμα στα κατατεθέντα από το μάρτυρα - υπάλληλό της, στην υπ' αρ. 14.04.2014 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας, ένορκη βεβαίωσή του, που τούτη προσκομίζει με επίκληση, περί επέκτασης της διαδικασίας αντιγραφής χρονικά και την επόμενη ημέρα, 28.05.2015, καθώς τη θέση αυτή ανασκευάζει έτερος μάρτυρας της ίδιας εν λόγω διαδίκου, … ο οποίος, σε πλήρη σύμπλευση με τα στην αγωγή εκτιθέμενα σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, παραδέχεται τη σε μία ημέρα ολοκλήρωση της ως άνω αντιγραφής και της μεταφοράς του εξυπηρετητή, στην υπ' αρ. 28.04.2016 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ένορκη βεβαίωσή του, που προσκομίζεται από την ως άνω εναγομένη. Ακολούθως δε, την επομένη της εκτέλεσης της ανωτέρω μεταφοράς, ήτοι την 28.05.2015, συνήφθη μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας η υπ' αρ. σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης υποδομής. Στο πλαίσιο δε του οικείου συμβατικού κειμένου, η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία λογισμικού ανέλαβε, συνοπτικά, τις ακόλουθες υποχρεώσεις, με διάρκεια έως την 30.06.2020: α) να μεταφέρει και να φιλοξενήσει στο data center, ένα φυσικό εξυπηρετητή (server ή «διακομιστή») AS/400, που θα λειτουργούσε σε περιβάλλον i/OS ν.6.1., καθώς και να φιλοξενήσει πέντε (5) άλλους εικονικούς εξυπηρετητές (Virtual Machines 1 έως 5), που θα λειτουργούσαν σε άλλα δικά της φυσικά μηχανήματα, κατά μετάπτωση των αντίστοιχων φυσικών εξυπηρετητών χ86 του πρώτου εναγόμενου σωματείου, διαθέτοντας σχετικά σύστημα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας απόδοσης τουλάχιστον 5000 CPWs, σύστημα διαθέσιμου αποθηκευτικού χώρου χωρητικότητας τουλάχιστον 500 GB και σύστημα δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας (tape drive), β) να παρέχει υπηρεσίες καθημερινής διαχείρισης του συστήματος, δηλαδή ελέγχου καλής κατάστασης, ελέγχου των επιδόσεων, παροχής απομακρυσμένης πρόσβασης σε χρήστες και ελέγχου της πρόσβασης αυτών, λήψης καθημερινών αντιγράφων ασφαλείας όλου του συστήματος και επαναφοράς των αρχείων, και γ) να παρέχει υπηρεσίες φύλαξης του χώρου φιλοξενίας του hardware, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα. Αντίστοιχα δε, το πρώτο εναγόμενο σωματείο, προς υλοποίηση των ως άνω υπηρεσιών, δεσμεύθηκε να παρέχει το προσωπικό, τα προγράμματα και τα δεδομένα που θα απαιτούντο, να εξασφαλίζει τις απαραίτητες άδειες χρήσης των δικαιούχων των προγραμμάτων που βρίσκονταν εγκαταστημένα ή θα εγκαθίσταντο στους εξυπηρετητές, να αναλάβει την ευθύνη για την ασφάλεια των δεδομένων κατά τη μεταφορά τους, και να καταβάλει άπαξ χρηματικό αντίτιμο € για τις υπηρεσίες μεταφοράς και μετάπτωσης των εξυπηρετητών και ανά μήνα € για τις υπηρεσίες διαχείρισης υποδομής. Λόγω δε τεχνικών περιορισμών και, συγκεκριμένα, απουσίας αποκλειστικής τηλεπικοινωνιακής ζεύξης μεταξύ των εγκαταστάσεων του πρώτου εναγόμενου και του data center της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, συναποφασίσθηκε αρχικά να μεταφερθεί μόνο ο προαναφερόμενος εξυπηρετητής, ως ο πλέον αξιόπιστος, και να εκκινήσει η παροχή υπηρεσιών μόνο ως προς αυτόν. Εξάλλου, η ως άνω μεταφορά και οι λεπτομέρειες της ανωτέρω επιχειρηματικής συνεργασίας μεταξύ τούτης και του ομοδίκου της, ήταν γνωστές στον πρώτο ενάγοντα, υπό την ιδιότητα του ως συμβούλου πληροφορικής του τελευταίου, και κατ' επέκταση, λόγω της σχέσης εκπροσώπησης που τους συνδέει και στη δεύτερη ενάγουσα, ήδη υπό εκκαθάριση τελούσα, ετερόρρυθμη εταιρεία. Ειδικότερα, όπως σχετικώς καθ' ομολογία στο αγωγικό κείμενο και στις έγγραφες προτάσεις των εναγόντων αναφέρεται, ο πρώτος εξ αυτών ήταν παρών κατά τη διάρκεια της άνω μεταφοράς, παρέχοντας συνδρομή κατά την εκτέλεσή της και εκπροσωπώντας το πρώτο εναγόμενο σωματείο. Πέραν τούτων, μετά τη μεταφορά αντήλλαξε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τους αρμόδιους υπαλλήλους της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας σχετικά με την εξέλιξη της υλοποίησης του σχετικού, έργου (βλ. σχετικά τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από τη δεύτερη εναγόμενη, σε επικυρωμένη εκτύπωση, από 03.06.2015 και 04.06.2015 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ αυτού και του ως άνω project manager), ενώ στις 04.06.2015 επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις του data center αυτής της ως άνω αντιδίκου του προκειμένου να ελέγξει τη λειτουργία του εκεί μεταφερθέντος εξυπηρετητή, και είχε σχετική συνεργασία με τα αρμόδια στελέχη της (το γεγονός αυτό δεν αντικρούει ειδικά ο εν λόγω των επιτιθέμενων διαδίκων, θεωρούμενο ως εμμέσως συνομολογημένο από αυτόν κατά τα άρθρα 261 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει δε και από το επικυρωμένο αντίγραφο του αποσπάσματος του βιβλίου εισερχομένων και εξερχομένων στις εγκαταστάσεις του data center της δεύτερης εναγομένης κατά την 04.06.2015, που η ίδια προσκομίζει με επίκληση). Κατά τη διάρκεια δε της ως άνω συνεργασίας του με τους σχετικώς ορισθέντες προγραμματιστές και λοιπούς υπευθύνους της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, κατά το λογικώς βέβαιο, ο πρώτος ενάγων τους ενημέρωσε για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του ίδιου και της εν προκειμένω ομοδίκου- του υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας, επί των υποπρογραμμάτων της ένδικης Εφαρμογής, η οποία αποτελούσε ουσιώδες περιεχόμενο του μεταφερθέντος εξυπηρετητή και σε κύριες οθόνες της οποίας αναγραφόταν υπό την ένδειξη «owner name», ήτοι «όνομα ιδιοκτήτη» στα ελληνικά, λέξη «…», που παραπέμπει στα πρώτα γράμμα του κύριου ονόματος του ίδιου γραμμένου με λατινικούς χαρακτήρες («…») και, επιπλέον, σε διάφορες θέσεις, κατά περίπτωση, η φράση «created by …..», δηλαδή στην ελληνική «δημιουργήθηκε από τον «» (βλ. ενδεικτικά τις από και 24.07.2015 εκτυπώσεις οθονών της Εφαρμογής που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες). Ως εξάγεται από τα ανωτέρω, λοιπόν, από την 28.05.2015, ο κύριος εξυπηρετητής (server) του πρώτου εναγόμενου είχε μεταφερθεί στο data center της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, από το οποίο και εκτελούνταν τα προγράμματα που περιέχονταν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων και η ένδικη Εφαρμογή, από τους εξουσιοδοτημένους χρήστες - υπάλληλους του εν λόγω, μέσω απομακρυσμένης πρόσβασης με τη χρήση του διαδικτύου και ειδικών κωδικών πρόκτησης εισόδου, οι οποίοι τους είχαν χορηγηθεί από τους εκπροσώπους της δεύτερης των εν προκειμένω αμυνόμενων διαδίκων, ύστερα από συνεννόηση και έγκριση της διοίκησης του ομοδίκου της σωματείου. Τέτοιου είδους κωδικός για την επίτευξη απομακρυσμένης πρόσβασης είχε χορηγηθεί και στον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος και επενέργουσε στην ένδικη Εφαρμογή εξ αποστάσεως, μέσω του διαδικτύου, παρέχοντας επ' αυτής, για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας, τις υπηρεσίες που είχαν συμφωνηθεί με την ως άνω από 18.07.2012 σύμβαση έργου. Κι ενώ οι συγκεκριμένες υπηρεσίες με την ανωτέρω μέθοδο παρέχονταν από τη δεύτερη ενάγουσα και μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος της άνω σύμβασης, κατά τα προαναφερόμενα, εν αναμονή της αποδοχής της πρότασης για αγορά της επίδικης Εφαρμογής από το πρώτο εναγόμενο σωματείο, επιδόθηκε εκ μέρους αυτού σε αμφότερους τους ενάγοντες, στις 19.06.2015, η από την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση - όχληση - διαμαρτυρία, με την οποία τούτο εγκαλούσε τους εν λόγω ήδη αντιδίκους του για αντισυναλλακτική και καταχρηστική συμπεριφορά, εγκείμενη στην επιλογή τους να υποβάλουν δύο έγγραφες προσφορές για την πώληση της Εφαρμογής, συνοδευόμενες από τη δήλωση πως θα δεν θα ανανέωναν την προαναφερόμενη από 18.07.2012 σύμβαση και ότι θα συνέχιζαν να παρέχουν υπηρεσίες μέχρι την ως άνω αναφερόμενη ημερομηνία (την 19.06.2015), τους δήλωσε ότι δεν προτίθετο να συνεχίσει τη μεταξύ τους συνεργασία και τους κάλεσε να συνεχίσει η δεύτερη εξ αυτών εταιρεία την προσωρινή παροχή υπηρεσιών μηχανοργάνωσης για διάστημα ακόμα τεσσάρων μηνών, ήτοι μέχρι την 19.10.2015 μέχρι να καταστεί εφικτή η πλήρης αντικατάσταση του μηχανογραφικού λογισμικού του (βλ. το σώμα της εν λόγω εξωδίκου με την από 19.06.2015 επ' αυτού επισημείωση, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ως προσκομίζεται με επίκληση από τους ενάγοντες). Στην εν λόγω εξώδικη όχληση οι ενάγοντες, από κοινού, απάντησαν στο πρώτο εναγόμενο σωματείο με την από 24.06.2015 εξώδικη δήλωσή τους, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 24.06.2015 (βλ. την υπ' αρ. /24.06.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών) και με την οποία απέκρουσαν το περιεχόμενό της ως ψευδές και συκοφαντικό, τονίζοντας ότι οι σχετικές προσφορές είχαν υποβληθεί ύστερα από προτροπή του Προέδρου του Διοικητικού του Συμβουλίου, δήλωσαν εκ νέου ότι δεν επιθυμούσαν τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας μετά τη λήξη της ως άνω από 18.07.2012 σύμβασης, επεσήμαναν τα υπάρχοντα πνευματικά δικαιώματά τους επί της Εφαρμογής, καλώντας σε μη παραβίαση αυτών δια μη επιτρεπόμενης χρήσης της και απαγορεύοντας τη λήψη αντιγράφου του εκτελέσιμου και πηγαίου κώδικά της, και κατέστησαν σαφές ότι η δεύτερη εξ αυτών θα συνέχιζε την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης μέχρι την 30.06.2015, προθεσμία που εν τέλει επεκτάθηκε μέχρι τις 17.07.2015 λόγω της εν, τω μεταξύ κηρυχθείσας διαρκούς τραπεζικής αργίας. Στη συνέχεια δε, στις 20.07.2015 ο πρώτος ενάγων εισήλθε, δια απομακρυσμένης πρόσβασης μέσω του διαδικτύου στον φιλοξενούμενο στο data center της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας κύριο εξυπηρετητή (server) του πρώτου εναγομένου σωματείου και, υλοποιώντας εν τοις πράγμασι τη διακοπή της συνεργασίας μαζί του, διέγραψε την Εφαρμογή από τη σταθερή μνήμη (σκληρό δίσκο) του (βλ. την υπ' αρ. /13.04.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών της, που προσκομίζουν οι ενάγοντες και σταθμίζεται ως πειστική λόγω της ιδιότητος της εν λόγω μάρτυρος ως γραμματέως της διοίκησης του διαδίκου κατά την ένδικη περίοδο, θέση που της έδινε δυνατότητα εκ του σύνεγγυς γνώσης των διαδραματισθέντων). Ακολούθως, ουδεμία επαφή με το πρώτο εναγόμενο είχαν οι ενάγοντες μέχρι την 11.08.2015, οπότε ο πρώτος εξ αυτών συναντήθηκε με τον τότε αντιπρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου, …, και την επομένη, 12.08.2015, όταν και ο τελευταίος του έστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο τον καλούσε σε εκ νέου συνεργασία δια της δεύτερης ενάγουσας, με την υποβολή οικονομικής προσφοράς για την παροχή υπηρεσιών μηχανογραφικής υποστήριξης προσωρινά από την 15.08.2015 έως την 15.09.2015 με τους ίδιους όρους που είχαν συμφωνηθεί στη λήξασα από 18.07.2012 σύμβαση, αλλά με σημαντικά χαμηλότερο αντίτιμο. Απαντώντας ο πρώτος ενάγων αυθημερόν, επίσης μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), ζήτησε, προκειμένου να ανταποκριθεί η ήδη ομόδικος εταιρεία του στο υποβληθέν αίτημα, να του εξασφαλισθεί απομακρυσμένη πρόσβαση στον εξυπηρετητή που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, προκειμένου να εκτελέσει προεργασία σχετική με έλεγχο των δεδομένων του. Με το από 13.08.2015 e-mail του ο ως άνω Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου έδωσε άδεια στον πρώτο ενάγοντα να έρθει σε επαφή με τα αρμόδια στελέχη της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας προκειμένου να λάβει κωδικούς απομακρυσμένης πρόσβασης στον εξυπηρετητή AS/400. Σε συνέχεια του συγκεκριμένου e-mail, ο πρώτος ενάγων απέστειλε την ίδια ημερομηνία, ήτοι την 13.08.2015, e-mail στον προαναφερόμενο υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, , προκειμένου να επανενεργοποιηθεί ο αρχικός κωδικός χρήστη του με user profile «…» και ο ίδιος να αποκτήσει απομακρυσμένη πρόσβαση στον εξυπηρετητή, επί τη βάσει της άδειας πρόσβασης που του είχε δώσει κατά τα ανωτέρω ο …. Ο δε …, ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία με τον τελευταίο και λήψη σχετικής επιβεβαίωσης, ικανοποίησε το αίτημα του πρώτου ενάγοντος, δίδοντας του κωδικό απομακρυσμένης πρόσβασης την επομένη 14.08.2015 (βλ. τις εκτυπώσεις της συγκεκριμένης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ως προσκομίζονται με επίκληση από τους ενάγοντες). Πράγματι δε, τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο εν λόγω πρώτος των εναγόντων εισήλθε απομακρυσμένα, μέσω διαδικτύου, στον επίμαχο server AS/400 του πρώτου εναγομένου, που βρισκόταν στο data center της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, και διαπίστωσε ότι, χωρίς γνώση και άδεια του ίδιου και της εταιρείας του, η ένδικη Εφαρμογή, μετά την ανωτέρω διαγραφή της, είχε επανεγκατασταθεί από αντίγραφα που είχαν ληφθεί σε προγενέστερες ημερομηνίες, τροποποιηθείσα ως προς επιμέρους αρχεία της, και λειτουργούσε με πολλά σφάλματα και περιορισμένη αποδοτικότητα. Σχετικά δε, η ίδια η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ομολογεί στις έγγραφες προτάσεις ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 24.07.2015 έως 27.07.2015 κατόπιν εντολής της διοίκησης του πρώτου εναγομένου σωματείου, προέβη σε επαναφορά επανασύσταση (restore) της ένδικης Εφαρμογής στον ως άνω server AS/400 από το καθολικό αντίγραφο ασφαλείας (entire system backup) που είχε ληφθεί στις 27.05.2015 και με αποκατάσταση/παραμετροποίηση των επιμέρους δεδομένων χρήσης από ημερήσιο αντίγραφο ασφαλείας (καθημερινό back up) που είχε ληφθεί σε ημερομηνία πριν την 13.07.2015, και συγκεκριμένα την 09.07.2015. Η συναφής αμυντική θέση της εν λόγω εναγομένης, μάλιστα, αναλύεται περαιτέρω στους ακόλουθους πραγματικούς ισχυρισμούς: α) ότι στις 14.07.2015 αυτή ενημερώθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του πρώτου εναγόμενου σωματείου πως η ένδικη Εφαρμογή δεν λειτουργούσε και, κατόπιν άμεσου ελέγχου, διαπίστωσε πως οι χρήστες μπορούσαν να δουν το αρχικό μενού αυτής, η οποία δεν είχε σβηστεί, αλλά άνοιγε κανονικά, χωρίς, όμως, να μπορούν να λειτουργήσουν την οποιαδήποτε από τις επιμέρους επιλογές, β) ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του συστήματος, κατά το στατιστικώς αναμενόμενο, παρέπεμπε σε περίπτωση αλλοίωσης των αρχείων και ενδεχόμενη δολιοφθορά του εξυπηρετητή (hacking), γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε άμεσα η διοίκηση του πρώτου εναγόμενου σωματείου, γ) ότι με το από 20.07.2015. e-mail της η υπάλληλος του πρώτου εναγομένου, …, ζήτησε, εκ μέρους του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου …, να αποσταλούν οι κωδικοί administrator του εξυπηρετητή AS/400, δ) ότι με την από 21.07.2015 επιστολή της υπαλλήλου του πρώτου εναγόμενου …, ζητήθηκε, πάλι εκ μέρους του ως άνω Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αφενός να κλειδωθούν όλοι οι χρήστες, να αλλάξουν όλοι οι κωδικοί πρόσβασης στον εξυπηρετητή AS/400 και να απενεργοποιηθεί εκτάκτως κάθε απομακρυσμένη πρόσβαση σε αυτόν, και, αφετέρου, να επαναφερθεί το σύστημα με χρήση αντιγράφου ασφαλείας προγενέστερου της 14.07.2015, ε) ότι η ίδια, ανταποκρινόμενη στο συγκεκριμένο αίτημα, απέστειλε στη διοίκηση του πρώτου εναγόμενου την από 23.07.2015 επιστολή, υπογεγραμμένη από το διευθυντικό στέλεχος της …, με την οποία πρότεινε τις ως άνω πράγματι περαιωθείσες ενέργειες αποκατάστασης και επέρριπτε στο εν προκειμένω ομόδικό του την ευθύνη της εξασφάλισης των αδειών και συναινέσεων τρίτων, δικαιώματα των οποίων τυχόν θα θίγονταν από τη συναφή επεξεργασία του οικείου λογισμικού, στ) ότι τη συγκεκριμένη επιστολή προσυπέγραψε και επέστρεψε στην ίδια ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου, …, αφού είχε αποστείλει την προηγουμένη, 22.07.2015, επιστολή με την οποία ρητώς έδιδε εντολή εκτέλεσης entire backup του συστήματος, με επαναφορά των δεδομένων διαχείρισης σε ημερομηνία προ της 13.07.2015, ζ) ότι η ίδια εκτέλεσε τις άνω εργασίες χρησιμοποιώντας το καθολικό αντίγραφο ασφαλείας που είχε ληφθεί στις 27.05.2015 και είχε παραδοθεί από τους υπάλληλους της στον προαναφερόμενο Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγομένου, αφού το ζήτησε και το έλαβε από τον τελευταίο, η) ότι για το πέρας των ως άνω εργασιών, στις 27.07.2015, ενημέρωσε τη διοίκηση του ομοδίκου της το στέλεχος της … με σχετικό e-mail (με το οποίο ζητούσε παράλληλα τα ονόματα των υπαλλήλων που θα λάμβαναν νέους κωδικούς απομακρυσμένης πρόσβασης και ενημέρωνε για αλλαγή του administrator κωδικού του συστήματος), η δε ίδια επενέργησε επί της ένδικης Εφαρμογής, χωρίς να θίξει τον πηγαίο κώδικα, χωρίς να έχει την οποιαδήποτε γνώση περί πνευματικών δικαιωμάτων των ήδη αντιδίκων της ή της λήξης της συνεργασίας αυτών με το πρώτο εναγόμενο σωματείο, αλλά εκτελώντας πιστά τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι του τελευταίου στο πλαίσιο της από 28.05.2015 μεταξύ τους σύμβασης. Εντούτοις, η συγκεκριμένη αμυντική γραμμή, κυρίαρχα σημεία της οποίας αποτελούν η προβολή του γεγονότος της διακοπής λειτουργίας της επίδικης Εφαρμογής στις 14.07.2015 και η επίκληση, ως αιτιολογίας, του ενδεχομένου της δολιοφθοράς, δεν κρίνεται πειστική, σύμφωνα με τα παρακάτω: i) ο ισχυρισμός περί παύσης λειτουργίας του επίδικου λογισμικού στις 14.07.2015 αποδεικνύεται αβάσιμος, καθώς οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες στην πρώτη έφεση προσκομίζουν και επικαλούνται σειρά, νομίμως επικυρωμένων, αντιγράφων συμβάσεων συνδρομής οδικής βοήθειας που καταρτίσθηκαν από το πρώτο εναγόμενο στις ημερομηνίες 14.07.2015, 15.07.2015, 16.07.2015 και 17.07.2015 (ενδεικτικώς αναφέρονται οι υπ' αριθμ. /14/07.2015, /14.07.2015, /15.07.2015, /15.07.2015, /16.07.2015, /16.07.2015, /17.07.2015 και /16.07.2015 συμβάσεις), καθώς και, επίσης νομίμως επικυρωμένο, κατάλογο κλήσεων που δέχθηκε το τηλεφωνικό κέντρο του ως άνω διαδίκου σωματείου κατά την ίδια ανωτέρω χρονική περίοδο από 14.07.2015 έως 17.07.2015. Όλες οι εν λόγω συναλλακτικές πράξεις διεκπεραιώθηκαν μέσω της επίδικης Εφαρμογής, πραγματικότητα που καταδεικνύει ότι αυτή ήταν πλήρως λειτουργική κατά την 14.07.2015. Το δε γεγονός της απρόσκοπτης λειτουργίας της Εφαρμογής κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία επιβεβαιώνεται και από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών υπ' αρ. /13.04.2016 και 1178/13.04.2016 των…, αντίστοιχα, οι οποίες, ως εργαζόμενες γραμματείς της διοίκησης και της μηχανογράφησης του διαδίκου σωματείου κατά την ένδικη περίοδο, κατέθεσαν, με πειστικότητα, κατ’ επίρρωση των ως άνω εγγράφων στοιχείων, αλλά και λόγω της στενής επαφής με τις κρίσιμες για την ένδικη διαφορά εξελίξεις που συνεπάγονταν οι θέσεις τους, πως το ένδικο λογισμικό ήταν, πλήρως λειτουργικό στις 14.07.2015 και διεκόπη η λειτουργία του ξαφνικά στις 20.07.2015. β) Ουδόλως προκύπτει ενημέρωση, κατά την 14.07.2015, του πρώτου ενάγοντος περί δολιοφθοράς στο σύστημα του server AS/400, που βρισκόταν εγκατεστημένος στο data center της δεύτερης εναγομένης, είτε από στελέχη αυτής, είτε του πρώτου εναγομένου, παρότι η συνεργασία του τελευταίου με τον εν’ λόγω επιτιθέμενο διάδικο, κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, συνεχιζόταν και αυτός παρέμενε υπεύθυνός του για την πληροφορική και τη μηχανοργάνωση του (βλ, σχετικά την επικυρωμένη εκτύπωση του από 14.07.2015 e-mail που ο πρώτος ενάγων απέστειλε σε στέλεχος της δεύτερης εναγομένης), με αντικείμενο τη ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών για τη μετάβαση των συστημάτων σε σχέση με τη σύνδεση του ΟΤΕ, ως προσκομίζεται με επίκληση από τους εν προκειμένω επιτιθέμενους διαδίκους. γ) Αξίζει να σημειωθεί ότι η δεύτερη εναγομένη αναίρεσε τον ισχυρισμό της ότι η δημιουργία του καθολικού αντιγράφου της επίδικης Εφαρμογής εκκίνησε στις 27.05.2015 και ολοκληρώθηκε στις 28.05.2015, με τα όσα διαλαμβάνονται στην προσθήκη - αντίκρουσή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τη με αυτή προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών υπ' αρ. 28.04.2016 του μάρτυρα …, ότι η συγκεκριμένη

διαδικασία ολοκληρώθηκε εν τέλει σε μία ημέρα, και δη την 27.05.2015. Ομοίως δε, η εν λόγω εναγόμενη επικαλείται ότι το ως άνω καθολικό αντίγραφο είχε παραδοθεί μετά τη δημιουργία του στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου, και ότι του ζητήθηκε κατόπιν, για την εκτέλεση των εργασιών επαναφοράς του συστήματος, αλλά δεν προσάγει σχετικά το οποιοδήποτε πρωτόκολλο ή άλλο έγγραφο παράδοσης του συγκεκριμένου αντιγράφου στην ίδια, παράλειψη που καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αναπόδεικτο, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Οι συγκεκριμένες, αναίρεση ως προς την παραδοχή πραγματικού περιστατικού και αποδεικτική παράλειψη, είναι ενδεικτικές αντιφατικής προσέγγισης των αποδεικτέων γεγονότων εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, που δεικνύει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας τούτων. Υπό το πρίσμα αυτό, μάλιστα καθίσταται αυτονόητο ότι αποδυναμώνεται η πειστικότητα των αμυντικών ισχυρισμών της δεύτερης εναγομένης και των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων που η ίδια προσκομίζει προς επίρρωσή τους, κατά τα κύρια σημεία τους (τα οποία δεν ταυτίζονται με τις ως άνω ομολογίες της), και, στον αντίποδα, ενισχύεται η πειστικότητα των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων και των ενόρκων βεβαιώσεων των δικών τους μαρτύρων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: α) η ένδικη Εφαρμογή σταμάτησε να λειτουργεί στον εγκατεστημένο στο data center της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, …, κύριο εξυπηρετητή (server) της, τύπου AS/400, στις 20.07.2015, οπότε και διεγράφη από τον πρώτο ενάγοντα μέσω απομακρυσμένης πρόσβασης, β) η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία γνώριζε, δια των αρμοδίων στελεχών - προγραμματιστών της, εκ της προαναφερόμενης συνεργασίας τους με τον πρώτο ενάγοντα, αλλά και της αναγραφής του ως δημιουργό σε πλείστες επιμέρους οθόνες της Εφαρμογής, για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτής, τόσο του ίδιου (του πρώτου ενάγοντος) όσο και της δεύτερης ενάγουσας ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας, και για τη φύση και το αντικείμενο της συνεργασίας τους με το πρώτο εναγόμενο…, γ) ως συνάγεται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και πρακτικής περί τις συναλλαγές με αντικείμενο το λογισμικό, η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, ως διαχειρίστρια του ως άνω εξυπηρετητή και … ανάπτυξης και εμπορίας εξοπλισμού και προγραμμάτων Η/Υ, ανεξάρτητα των όσων αβάσιμα ισχυρίζεται περί διακοπής της λειτουργίας της επίδικης Εφαρμογής στις 14.07.2015 οφειλόμενης σε δολιοφθορά (hacking), είναι αδύνατο, δια των αρμοδίων άρτια καταρτισμένων και εκπαιδευμένων υπαλλήλων ~ προγραμματιστών της, να μην εντόπισε από το γενικό ημερολόγιο (history log) του οικείου συστήματος, στο οποίο καταγράφονται με ακριβή ημερομηνία και ώρα, λεπτομερώς, όλες οι εντολές/ενέργειες που εκτελεί ο κάθε χρήστης, καθώς και η ίδια αυτή η είσοδός του, την είσοδο κατά την ως άνω ημερομηνία του πρώτου ενάγοντος εξ αποστάσεως μέσω διαδικτύου και την εκτέλεση της εντολής καθολικής διαγραφής του συνόλου του ένδικου λογισμικού, αφού η ίδια του είχε παραχωρήσει κωδικό απομακρυσμένης πρόσβασης και είχε τη δυνατότητα άμεσου ελέγχου κάθε πρόσβασης στον εξυπηρετητή, τη δε συγκεκριμένη διαγραφή έπρεπε, σύμφωνα με τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες καλόπιστης δράσης στο πεδίο των συναλλαγών περί το λογισμικό, η συγκεκριμένη εναγομένη να εκλάβει ως ένδειξη λήξης ή μη ύπαρξης οποιασδήποτε άδειας χρήσης ένδικης Εφαρμογής από τούς ως άνω δικαιούχους δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτής προς το πρώτο εναγόμενο, και να απέχει από κάθε επενέργεια σε τούτη, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο, κατά τους όρους προαναφερόμενης από 28.05.2015 σύμβασης υπηρεσιών διαχείρισης υποδομής, είχε αναλάβει την ευθύνη για την ύπαρξη αδειών τρίτων δικαιούχων επί του λογισμικού που υφίστατο στον ως άνω επίμαχο server (βλ. σχετικά και τις υπ' αριθμ. /13.04.2016 και /28.04.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων - ειδικών περί τους Η/Υ, αντίστοιχα, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες), δ) κατά την, επίμαχη ως άνω περίοδο του καλοκαιριού του έτους 2015 το πρώτο εναγόμενο βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση, αντιμετωπίζοντας δυναμικότατες κινητοποιήσεις του εργατικού του προσωπικού, και δεν διέθετε τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για την άμεση αγορά από το εμπόριο και εγκατάσταση νέας Εφαρμογής καθολικής μηχανοργάνωσής του, ε) το πρώτο εναγόμενο σωματείο, ως εκ του αντικειμένου της ενασχόλησής του, ήτοι της παροχής υπηρεσιών Ο.Β., που στηρίζεται στη διαχείριση πελατολογίου και κέντρου επεξεργασίας τηλεφωνικών κλήσεων, έχει απόλυτη ανάγκη κεντρικού υπολογιστικού συστήματος μηχανοργάνωσης, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως συνεπακόλουθο, τούτου, η διαγραφή της ένδικης Εφαρμογής κατά τα ανωτέρω και η οικονομική αδυναμία αντικατάστασης της ήταν παράγοντες πρόσφοροι να προκαλέσουν την αναστολή της λειτουργίας του, και στ) καθολικό αντίγραφο της ένδικης Εφαρμογής, αλλά και ημερήσια αντίγραφα παραμετροποίησης των δεδομένων της από την 28.05.2015 και μετέπειτα, βρίσκονταν στην κατοχή της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας. Με βάση τα ως άνω δεδομένα και τη συνδρομή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λοιπόν, δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση περί του ότι, ύστερα από την διαγραφή της επίδικης Εφαρμογής, και δεδομένης της έλλειψης οικονομικών πόρων για να προμηθευθεί άμεσα άλλη από το εμπόριο, το πρώτο εναγόμενο σωματείο περιήλθε σε κατάσταση αδιεξόδου, αντιμετωπίζοντας το φάσμα διακοπής της - ήδη προβληματικής μέχρι τότε - λειτουργίας του, και για να ξεπεράσει ανέξοδα το συγκεκριμένο σκόπελο, η διοίκησή του, που είχε το σχετικό συμφέρον και οικονομικό όφελος, πίεσε με φορτικότητα την ήδη ομόδικό του - δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία διαχειριζόταν τον επίμαχο server AS/400 και είχε σαφώς τη σχετική τεχνογνωσία, να προβεί σε επανασύσταση της ένδικης Εφαρμογής και αποκατάσταση των δεδομένων της σε status προ της 13.07.2015, και συγκεκριμένα της 09.07.2015, με τη χρήση αντιγράφων ασφαλείας που διέθετε, ενέργεια στην οποία η τελευταία, κατά διαμόρφωση της βούλησής της από τους νομίμους εκπροσώπους της, πείσθηκε να προβεί και πράγματι προέβη, δια των εκπαιδευμένων σχετικά προγραμματιστών - υπαλλήλων της, παρότι είχε διακριβώσει τη διαγραφή του επίμαχου λογισμικού από τον πρώτο ενάγοντα και γνώριζε ότι δεν υφίστατο άδεια τόσο του ίδιου, όσο και της δεύτερης ενάγουσας ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας, ως δικαιούχων των σχετικών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, για τη συναφή επενέργεια, δρώντας έτσι από πρόθεση και χρησιμοποιώντας ως προκάλυμμα την μεταξύ της ίδιας και του επίδικου σωματείου από σύμβαση παροχής υπηρεσιών υποδομής, με σκοπό να την περισώσει και να εξασφαλίσει το συμφωνηθέν χρηματικό αντίτιμό της (βλ. σχετικά και τις υπ’ αριθμ. /13.04.2016 και /28.04.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων και ειδικών περί τους Η/Υ, , αντίστοιχα, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες). Σε επίρρωση της συγκεκριμένης κρίσης κατατείνει και η, προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες, από 14.09.2015 επιστολή του πρώτου εναγόμενου σωματείου προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, με την οποία τούτο παραδέχεται πως η εν προκειμένω ομόδικός του, έχοντας εκδηλώσει αρχικά ενδιαφέρον για την ανάληψη της συντήρησης, βελτίωσης και προσθήκης νέων προγραμμάτων στο ήδη υφιστάμενο μηχανογραφικό του σύστημά, δέχθηκε και το παρότρυνε να προβεί στην αποκατάσταση και επαναλειτουργία της ένδικης Εφαρμογής, μετά τη διαγραφή της, με δικά της μέσα και προσωπικό, εφόσον είχε την απαραίτητη τεχνογνωσία και τα αναγκαία αντίγραφα ασφαλείας. Τα ως άνω πραγματικά γεγονότα, εξάλλου, θεωρήθηκαν ομολογημένα από το πρώτο εναγόμενο σωματείο λόγω της ερημοδικίας του, μη υφιστάμενης σχετικά ένστασης που να λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (βλ. το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 352 παρ. 1 ΚπολΔ ), όπως έκρινε ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να εκκαλείται ως προς αυτό η κρίση του. Περαιτέρω, η ως άνω υπαίτια και δη εμπρόθετη, πρακτική των εναγομένων, που, όπως προεκτέθηκε, υλοποιήθηκε χωρίς την άδεια ή τη συναίνεση των δικαιούχων των σχετικών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εναγόντων και προσλαμβάνει, συνακόλουθα, και παράνομο χαρακτήρα (βλ. την προαναφερθείσα νομική σκέψη ), ως συνιστάμενη στην αυθαίρετη επανεγκατάσταση, εκτέλεση και παραμετροποίηση της ένδικης Εφαρμογής και των υποπρογραμμάτων της, προϋποθέτει τη σταθερή αναπαραγωγή, τη φευγαλέα αναπαραγωγή και την τροποποίηση του οικείου λογισμικού, καθότι οι συγκεκριμένες λειτουργίες είναι τεχνικά αναγκαίες για τις ως άνω αντίστοιχες εκφάνσεις επενέργειας (και ανεξαρτήτως της επέμβασης στον πηγαίο κώδικα ή τον κώδικα μηχανής, που δεν προέκυψε στην παρούσα περίπτωση, βλ. σχετικά τα εκτιθέμενα στην προαναφερθείσα). Συναφώς, λοιπόν, εκ της ένδικης με παράλληλες πράξεις εκδηλωθείσας συμπεριφοράς των εναγομένων επλήγησαν οι εξουσίες της αναπαραγωγής, σταθερής και φευγαλέας, και της τροποποίησης του περιουσιακού δικαιώματος του πρώτου ενάγοντος επί των υποπρογραμμάτων της Εφαρμογής που δημιουργηθήκαν προ της 20.09.2011, οι αυτές εξουσίες του περιουσιακού δικαιώματος της δεύτερης εναγόμενης ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας επί των υποπρογραμμάτων που δημιουργήθηκαν από την 20.09.2011 και έπειτα και η εξουσία διατήρησης της ακεραιότητας του ηθικού δικαιώματος του πρώτου ενάγοντος επί του συνόλου των υποπρογραμμάτων. Η δε συμμετοχική συμβολή εκάστου των αμυνόμενων διαδίκων στην εν λόγω προσβολή, έγκειται στα ακόλουθα: α) ως προς την τρώση της περιουσιακής εξουσίας της σταθερής αναπαραγωγής, της αναγκαίας για την επαναφόρτωση και την επανεγκατάσταση της Εφαρμογής στο σκληρό δίσκο του επίμαχου εξυπηρετητή AS/400, το πρώτο εναγόμενο σωματείο ενήργησε ως ηθικός αυτουργός και η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ως φυσική αυτουργός, αφού η τελευταία πείσθηκε από το ομόδικο της να εκτελέσει τη συναφή πράξη δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, β) ως προς την τρώση της περιουσιακής εξουσίας της φευγαλέας αναπαραγωγής, της αναγκαίας για την εμφάνιση της Εφαρμογής στην οθόνη και την εκτέλεσή της, το πρώτο εναγόμενο σωματείο ενήργησε ως φυσικός αυτουργός και η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ως άμεση συνεργός, καθότι το σχετικό λογισμικό χρησιμοποίησαν οι υπάλληλοι του πρώτου, εκτελώντας το ως προς τις επιμέρους λειτουργίες του στις οθόνες των τερματικών τους, και κατά την πράξη τους αυτή τους συνέδραμε η δεύτερη, η οποία και παρείχε τους κωδικούς και την υπηρεσία της απομακρυσμένης πρόσβασης στον εξυπηρετητή AS/400, που βρισκόταν εγκατεστημένος στο data center της, γ) ως προς την τρώση της περιουσιακής εξουσίας της τροποποίησης της Εφαρμογής, της συνυφασμένης με την παραμετροποίηση αυτής για να λειτουργήσει με τα δεδομένα επιμέρους αρχείων που ανάγοντα σε χρόνο προ της 13.07.2015, το πρώτο εναγόμενο σωματείο ενήργησε ως ηθικός αυτουργός και η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ως φυσική αυτουργός, αφού το πρώτο παρακίνησε, με τον τρόπο που προεκτέθηκε, τη δεύτερη να προβεί στη σχετική εργασία με ενέργειες των εκπαιδευμένων στελεχών της [σχετικά με την έκταση της εν λόγω παραμετροποίησης βλ. τη εκτύπωση από το job log (ημερολόγιο εργασίας) του συστήματος του πρώτου εναγόμενου, κατά την επίμαχη περίοδο από 24.07.2015 έως 27.07.2015, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες)], και δ) ως προς την τρώση της αντίστοιχης με την προαναφερόμενη ηθικής εξουσίας διατήρησης της ακεραιότητας της Εφαρμογής, η οποία συνίσταται στην απαγόρευση κάθε προσαρμογής, διασκευής ή άλλης τροποποίησης αυτής, ομοίως το πρώτο εναγόμενο σωματείο ενήργησε ως ηθικός αυτουργός και η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ως φυσική αυτουργός, αφού η τελευταία δέχθηκε την προτροπή του ομοδίκου της και αποφάσισε να παραμετροποιήσει το οικείο λογισμικό κατά τα ανωτέρω, δια των καταρτισμένων προγραμματιστών της, προκειμένου αυτό να επανακτήσει λειτουργικότητα (βλ. σχετικά την προεκτεθείσα νομική σκέψη). Επιπλέον δε, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι λόγω της ως άνω παράνομης και υπαίτιας πρακτικής αμφότερων του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, υπέστη ηθική βλάβη τόσο ο πρώτος ενάγων, εφόσον το ως άνω πνευματικό του δημιούργημα χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συναίνεσή του και προσβλήθηκε το περιουσιακό και ηθικό του δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτού, εθίγη δε συναφώς η επαγγελματική και επιστημονική ακεραιότητα του ίδιου, όσο και η δεύτερη ενάγουσα ήδη υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία, υπό την έννοια της τρώσης της εμπορικής της φήμης, η οποία επήλθε εκ της κατά τα ανωτέρω προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας της επί υποπρογραμμάτων του ένδικου λογισμικού και της, συναφούς, ανάδυσης γι' αυτήν στις συναλλαγές της εικόνας ενός εταιρικού νομικού προσώπου που δεν δύναται να προασπίσει αποτελεσματικά τα έννομα συμφέροντα του έναντι των ανταγωνιστών του. Ως προς την επέλευση της ως άνω ηθικής βλάβης κατά περίπτωση, ουδείς βαθμός συνυπαιτιότητας βαρύνει τον πρώτο ενάγοντα και την ομόδικο του υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία, για την οποία ο ίδιος ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος, καθότι σε αντίθεση με τα όσα η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία αβάσιμα ισχυρίζεται στη σχετική, απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, ένστασή περί συντρέχοντος πταίσματος - τούτος ουδόλως δημιούργησε με τη στάση του την εντύπωση στην εν λόγω δεύτερη εναγομένη ότι είχε παραχωρήσει άδεια χρήσης της ένδικης Εφαρμογής στο πρώτο εναγόμενο, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε δώσει τη συναίνεσή του για τη χρήση αντιγράφων ασφαλείας του επίδικου λογισμικού στο πλαίσιο της ισχύουσας μέχρι τότε συνεργασίας του με το πρώτο των αντιδίκων του, διέγραψε απομακρυσμένα την Εφαρμογή, καθιστώντας έτσι σαφές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι είχε λήξει οποιαδήποτε άδεια του ιδίου ή της εταιρείας του επ' αυτής, και αμέσως μόλις ενημερώθηκε για την ένδικη προσβολή, περί τα μέσα Αυγούστου του έτους 2015, κινήθηκε δικαστικά έναντι των ήδη αντιδίκων του, ασκώντας αρχικά την από 28.08.2015 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. /2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που την έκαμε δεκτή και, στην συνέχεια, την κρινόμενη αγωγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίστοιχου λόγου έφεσης. Εξαιτίας της προαναφερθείσας αδικοπραξίας των εναγομένων η δεύτερη ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημία συνισταμένη, επικουρικώς, στο συνολικό ποσό αμοιβής της προαναφερόμενης από 18.07.2012 σύμβασης και στην αξιολόγηση του ως διαφυγόντος κέρδους εκ της μη ανανέωσης της συγκεκριμένης σύμβασης, με τους αυτούς όρους χρονικής διάρκειας και αμοιβής, επί τη βάσει της θέσης ότι η ανανέωση αυτή θα επιτυγχανόταν μετά βεβαιότητας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία δεν είχε συνδράμει το πρώτο εναγόμενο σωματείο στην παράνομη οικειοποίηση της επίδικης Εφαρμογής, λόγω της προγενέστερης ομαλής συνεργασίας του τελευταίου με τους ενάγοντες και της σχετικής πρόθεσης ανάθεσης διαχείρισης των μηχανογραφικών αναγκών που το πρώτο εναγόμενο εξέφρασε στην από 12.08.2015 επιστολή του. Τα ως άνω πραγματικά γεγονότα, θεωρούνται ομολογημένα από το πρώτο εναγόμενο σωματείο λόγω της ερημοδικίας του, μη υφιστάμενης σχετικά ένστασης που να λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (βλ. το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 352 παρ. 1 ΚπολΔ ). Συνεπώς, ως προς αυτό πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα και να υποχρεωθεί να καταβάλει στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 270.108 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής . Όμως, όσον αφορά την παρούσα δεύτερη εναγομένη, το σχετικό αίτημα πρέπει ν απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το πρώτο εναγόμενο μετά βεβαιότητας θα ανανέωνε την προαναφερόμενη σύμβαση και μάλιστα με τους αυτούς οικονομικούς όρους, αφού από το αγωγικό δικόγραφο προκύπτει ότι το πρώτο εναγόμενο δια του τότε Προέδρου του είχε ρητά εξ αρχής δηλώσει τη βούλησή του να προβεί σε προμήθεια καινούργιας χρηστικής εφαρμογής για την οργάνωση του μηχανογραφικού του συστήματος, και μάλιστα για το λόγο αυτό η δεύτερη ενάγουσα είχε αποστείλει δύο διαφορετικές προτάσεις μια στις 24/4/2015 ποσού € πλέον ΦΠΑ 23% και μια στις 11/6/2015 ποσού ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% , αλλά και το ότι, ο αντιπρόεδρός του, στην ανωτέρω από 12.08.2015 επιστολή του, εξέφρασε την επιθυμία να αναλάβει η δεύτερη ενάγουσα τη βραχυχρόνια μόνο κάλυψη των αναγκών του προς μηχανογράφηση για το χρονικό διάστημα μεταξύ 15.08.2015 και 15.09.2015 και με τίμημα σαφώς χαμηλότερο από αυτό που είχε συμφωνηθεί με την προαναφερόμενη σύμβαση. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από την από 19/6/2015 εξώδικη δήλωση-όχληση- διαμαρτυρία του πρώτου εναγομένου, στην οποία αναφέρεται ότι ανέμενε την ανανέωση της συμφωνίας, διότι αυτή η πρόθεση υπήρχε, πριν να αποστείλει τις από 24/4/2015 και 11/6/2015 επιστολές-προσφορές της η δεύτερη ενάγουσα που προηγούνται της ανωτέρω αποδειχθείσας σε βάρος της αδικοπραξίας από τους εναγομένους. Επιπλέον, από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι αιτία μη ανανεώσεως της σύμβασης δεν είναι η προαναφερθείσα συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης, αλλά η προηγηθείσα και προεκτεθείσα συμπεριφορά της δεύτερης ενάγουσας, η οποία κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω εξώδικο επιχείρησε παράνομα και καταχρηστικά να τερματίσει τη μεταξύ τους συνεργασία. Συνεπώς, το ανωτέρω αίτημα είναι απορριπτέο ως προς τη δεύτερη εναγομένη ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, για την αποκατάσταση της ως άνω ηθικής βλάβης του, καθένας των εναγόντων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ένδικη αδικοπραξία των εναγομένων, του είδους και του βαθμού της υπαιτιότητας, αλλά και της φύσης της συμμετοχικής συμβολής έκαστου εξ αυτών, του μεγέθους της προσβολής της προσωπικότητας και της εμπορικής φήμης του πρώτου ενάγοντος, ως πνευματικού δημιουργού, και της δεύτερης ενάγουσας υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας, αντίστοιχα, των οικονομικών τους συμφερόντων, της έλλειψης οποιουδήποτε βαθμού συντρέχοντος πταίσματός τους, καθώς και: α) της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του πρώτου ενάγοντος που ήταν ένας εγνωσμένου κύρους στο οικείο συναλλακτικό πεδίο προγραμματιστής Η/Υ, β) της οικονομικής κατάστασης της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας που έχουσα μικρό μέγεθος, διέγραψε σύντομη πορεία στο αυτό πεδίο, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσχέρειες που την οδήγησαν στη λύση και εκκαθάριση, γ) της οικονομικής κατάστασης του πρώτου εναγόμενου σωματείου που αποτελούσε έναν … στην Ελλάδα, με σημαντικά όμως οικονομικά προβλήματα και δ) της οικονομικής κατάστασης της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας που είναι … εταιρείες εμπορίας και ανάπτυξης λογισμικού παγκοσμίως, ανέρχεται, κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 30.000 € για τον πρώτο ενάγοντα και των 15.000 € για τη δεύτερη ενάγουσα υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία, έκαστο των οποίων οι εναγόμενοι,- ως εκ παραλλήλου αδικοπραγήσαντες (άρθρο 926 ΑΚ) οφείλουν να καταβάλουν στον αντίστοιχο αντίδικό τους, εις ολόκληρον ο καθένας, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής έως και την ολοσχερή εξόφληση, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκαλουμένη απόφασή του, απορριπτομένων των αντίστοιχων λόγων εφέσεων. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι εκ της ερημοδικίας του πρώτου εναγόμενου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, θεωρήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ομολογημένος ο πραγματικός ισχυρισμός των εναγόντων περί πρόκλησης ηθικής βλάβης σε έκαστο εξ αυτών από την ως άνω περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του συγκεκριμένου εναγομένου όχι όμως και το ύψος των σχετικών ποσών χρηματικής ικανοποίησης που δέον είναι να επιδικασθούν, το οποίο ως εξήχθη ως άνω, ανήκει αποκλειστικά στην εύλογη στάθμιση του δικάζοντος Δικαστηρίου. Προσέτι, προέκυψε πως μετά την κοινοποίηση της ως άνω από 28.08.2015 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, οι συναλλακτικές σχέσεις της με το πρώτο εναγόμενο διαταράχθηκαν, καθώς η ίδια με την από 08.09.2015 εξώδικη δήλωσή της προς το εν λόγω ομόδικο της, που του επιδόθηκε την ίδια ημέρα (βλ. την υπ'αρ. 08.09.2Θ15 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών), του διαμαρτυρήθηκε για αντισυμβατική συμπεριφορά, με επίκληση υπολοίπου οφειλής και του δήλωσε ότι προχωρούσε προσωρινά σε αναστολή εργασιών, το δε τούτο της απάντησε με την από 14.09.2015 προαναφερόμενη επιστολή του, με την οποία της καταλόγισε γνώση και προτροπή του ιδίου για την επανασύσταση και επαναλειτουργία της ένδικης Εφαρμογής. Εν τελεί δε, η μεταξύ των εν προκειμένω εναγόμενων υπ' αρ. σύμβαση υπηρεσιών διαχείρισης υποδομής, καταγγέλθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη με την από 14.09.2015 εξώδικη δήλωσή της, η οποία και κοινοποιήθηκε στο ομόδικο της στις 17.09.2015 (βλ. την υπ' αρ. 17.09.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών). Σε συνέχεια της συγκεκριμένης καταγγελίας δε, συνταχθέντος σχετικά του από την ίδια ημερομηνία πρωτοκόλλου παράδοσης, η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία παρέδωσε στο πρώτο εναγόμενο σωματείο τον ως άνω εξυπηρετητή τύπου AS/400, με το monitor και τα καλώδια διασύνδεσής του. Κατ' αποτέλεσμα, η εν λόγω αποξένωση, σε συνάρτηση με δεδομένα πως η επίδικη Εφαρμογή είχε επανεγκατασταθεί στο συγκεκριμένο εξυπηρετητή, είναι σχεδιασμένη να λειτουργεί μόνο στο περιβάλλον του και απόλυτα παραμετροποιημένη στις ανάγκες λειτουργίας του πρώτου εναγόμενου, χαρακτηρίζεται από παλαιότητα και μη προσαρμοστικότητα τις σύγχρονες απαιτήσεις μηχανοργάνωσης και, ως εκ τούτου, αξιολογείται ως μη εμπορικά εκμεταλλεύσιμη, καθιστά εν τοις πράγμασι αδύνατη κάθε μελλοντική επενέργεια της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας επ' αυτής, έχουσα ή μη εμπορική διάσταση, με συνεπακόλουθο το αυτοτελές αγωγικό αίτημά της παύσης της ένδικης προσβολής στο μέλλον να πρέπει να απορριφθεί ως προς τη συγκεκριμένη εναγομένη ως ουσία αβάσιμο, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριπτομένου του αντιστοίχου λόγου της υπό στοιχ. α εφέσεως. Αντίθετα, όμως, η εκ νέου περιέλευση στην κατοχή του πρώτου εναγόμενου του ανωτέρω επίμαχου εξυπηρετητή, με την επίδικη Εφαρμογή σε αυτό επανεγκατεστημένη, έστω και λειτουργούσα με περιορισμούς, σε συνδυασμό με τις παραμέτρους των οικονομικών προβλημάτων αυτού και της συναφούς αδυναμίας του να προβεί σε αγορά νέου υπολογιστικού μηχανογραφικού συστήματος, αλλά και της εξοικείωσης των υπαλλήλων του με το σχετικό προγραμματιστικό περιβάλλον, καθιστούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εναργέστατο τον κίνδυνο το εν λόγω διάδικο μέρος να εκτελέσει και τροποποιήσει το οικείο λογισμικό στο μέλλον, με τη συνδρομή και υποστήριξη τρίτου ειδικού Περί τους Η/Υ, με αποτέλεσμα ως προς αυτό (το πρώτο εναγόμενο) το αυτοτελές αίτημα της αγωγής με αντικείμενο την παράλειψη της ενδίκως καταφαθείσας προσβολής στο μέλλον να πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσία βάσιμο και εγκείμενο στην απαγόρευση της αναπαραγωγής, αντιγραφής σε οποιοδήποτε υλικό φορέα ή χρήσης από αντίγραφο της επίδικης Εφαρμογής, της τροποποίησης, διάθεσης σε τρίτους ή εκμετάλλευσης αυτής με οποιονδήποτε τρόπο, μερικά ή ολικά, καθώς και του πηγαίου και εκτελέσιμου κώδικα των υποπρογραμμάτων που την απαρτίζουν, απειλούμενης, επιπρόσθετα, χρηματικής ποινής ύψους 3.000 € για κάθε παράβαση της οικείας διάταξης, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χωρίς να βάλλεται με λόγο έφεσης αυτή του η κρίση. Επιπρόσθετα, ορθώς απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και η ένσταση της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, καθώς αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες άσκησαν το παρόν ένδικο βοήθημα και κατά της συγκεκριμένης διαδίκου για την αποτελεσματική προάσπιση βάσιμων απόλυτων δικαιωμάτων τους και την ικανοποίηση αληθών χρηματικών αξιώσεων τους προς αποκατάσταση της βλάβης τους, και όχι λόγω της αδυναμίας τους να ικανοποιηθούν από το πρώτο εναγόμενο ένεκα των οικονομικών του προβλημάτων. Επίσης προέκυψε ότι, εκ της γνώσης της ένδικης συνεργασίας των αντιδίκων τους και της συγκατάθεσής τους στη μεταφορά του επίδικου εξυπηρετητή, με την ένδικη Εφαρμογή, στις εγκαταστάσεις της δεύτερης εναγομένης και στη λήψη αντιγράφων ασφαλείας, είχαν συναινέσει εν τοις πράγμασι στη νόμιμη χρήση του οικείου λογισμικού και των αντίστοιχων αντιγράφων μόνο στα πλαίσια της αξιοποίησης της Εφαρμογής από το πρώτο εναγόμενο επί τη βάσει μεταξύ τους ισχύουσας συνεργασίας, και όχι εκτός τέτοιας, και, επιπλέον είχαν τη βεβαιότητα πως η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία δεν θα παρέβλεπε το γεγονός της διαγραφής της Εφαρμογής από τον επίμαχο εξυπηρετητή, το οποίο στην πρακτική των συναλλαγών περί τους Η/Υ εκλαμβάνεται ως λήξη ή στέρηση άδειας χρήσης (βλ. τις υπ' αριθμ. 13.04.2016 και /28.04.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων - ειδικών περί τους Η/Υ, αντίστοιχα, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο έβδομος λόγος της υπό στοιχ α. έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται, διότι δεν κηρύχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς η παρούσα απόφαση ως τελεσίδικη είναι άμεσα εκτελεστή. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν: α) η υπό στοιχ β με αρ. Εκθεσ. Καταθ. /2016 έφεση είναι απορριπτέα ως κατ ουσίαν αβάσιμη, πρέπει δε λόγω της ήττας της εκεί εκκαλούσας να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εκεί εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας (αρθ. 106,176.183,191 παρ.2 ΚπολΔικ) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο οικείο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων παραβολών κατ' άρθρο 495 ΚΠολΔικ. β) Η υπό στοιχ. α με αρ. Εκθεσ.4668/2016 Καταθ. Έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικώς βάσιμη Έφεση, να εξαφανιστεί για την ενότητα της εκτελέσεως ολόκληρη η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί δε και να δικαστεί η αγωγή κατ’ ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο , αφού δε απορριφθούν ως αόριστα και νομικώς αβάσιμα, όσα προεκτέθηκαν, να γίνει η κρινόμενη αγωγή εν μέρει δεκτή στην ουσία της ως προς αμφότερους τους εναγόμενους, και: α) να απαγορευθεί στο πρώτο εξ αυτών σωματείο να αναπαραγάγει, αντιγράψει σε οποιοδήποτε υλικό φορέα ή χρησιμοποιήσει από αντίγραφο την επίδικη Εφαρμογή, να τροποποιήσει, διαθέσει σε τρίτους ή εκμεταλλευτεί με οποιονδήποτε τρόπο, μερικά ή ολικά, αυτή, καθώς και τον πηγαίο και εκτελέσιμο κώδικα των υποπρογραμμάτων που την απαρτίζουν, β) να απειληθεί σε βάρος του συγκεκριμένου διαδίκου χρηματική ποινή 3.000 € για κάθε παράβαση της παρούσας απόφασης σχετικά με την ως άνω οικεία διάταξη, γ) να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έκαστος υπέστη από την επίδικη αδικοπραξία, και με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την πλήρη εξόφληση, στο μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 €, στη δε δεύτερη ενάγουσα υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία το ποσό των 15.000 € και δ) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 270.108 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εφεσιβλήτων -εναγομένων μέρος της δικαστικής δαπάνης των εκκαλούντων -εναγόντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας (αρθ. 106, 176,178,183,191 παρ.2 ΚπολΔικ ) και να διαταχθεί λόγω αποδοχής της έφεσης η επιστροφή των κατατεθέντων παραβολών στους εκκαλούντες κατ' αρθ. 495 ΚπολΔικ. Τέλος, πρέπει να οριστεί το παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής από το ερημοδικαζόμενο σωματείο με την επωνυμία «…» (αρθ. 501, 505 ΚπολΔικ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ενώνει και συνεκδικάζει την από /2016 και με αρ. Κατάθεσης 2016 έφεση και την από /2016 και με αρ. Κατάθεσης /2016 έφεση ερήμην της «…» και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290 ) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ ουσίαν την με αρ. Εκθεσ. Καταθ. /2016 έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας σε αυτήν τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων σε αυτήν, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο οικείο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων παραβολών με αρ. , του ΤΑΧΔΙΚ και του Δημοσίου.

Δέχεται τυπικά και κατ ουσίαν την από 15/11/2016 και με αρ. Κατάθεσης /2016 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αρ. …/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 4/1/2016 και με αρ. Εκθεσ. Καταθ. ../2016 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατ ουσίαν.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται κατά τα, λοιπά εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει το πρώτο των εναγόμενων να μην αναπαραγάγει, αντιγράψει σε οποιοδήποτε υλικό φορέα ή χρησιμοποιήσει από αντίγραφο την περιγραφόμενη στο σκεπτικό της παρούσας Εφαρμογή των εναγόντων, να μην τροποποιήσει, διαθέσει σε τρίτους ή εκμεταλλευτεί με οποιονδήποτε τρόπο, μερικά ή ολικά, αυτή, καθώς και τον πηγαίο και εκτελέσιμο κώδικα των υποπρογραμμάτων που την απαρτίζουν.

Απειλεί κατά του πρώτου των εναγόμενων χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για κάθε παραβίαση της ως άνω διάταξης.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τις ανωτέρω δύο διατάξεις.

Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής έως και, την ολοσχερή εξόφληση, στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000 €) και στη δεύτερη των εναγόντων υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

Υποχρεώνει το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των … ευρώ (… ευρώ) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επιβάλλει στους εναγόμενους ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των εκκαλούντων εναγόντων αμφοτέρων των βαθμών διαδικασίας, το οποίο ορίζει ως εξής: α) για το πρώτο εναγόμενο στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ υπέρ του πρώτου ενάγοντος και στο ποσό των δεκαέξι χιλιάδων (16.000) ευρώ υπέρ της δεύτερης ενάγουσας και β) για τη δεύτερη εναγομένη στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ και για τους δύο ενάγοντες.

Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες των κατατεθέντων παραβολών  του ΤΑΧΔΙΚ και του ΔΗΜΟΣΙΟΥ .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28.2.2019 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι στις 16.4.2019

 

 

 

ITLawyers RSS Feed

Μείνετε ενημερωμένοι με τα RSS Feed της ITLawyers.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε νέα και πληροφορίες απευθείας στον υπολογιστή σας, χρησιμοποιώντας News Reader (πρόγραμμα ανάγνωσης ειδήσεων) της επιλογής σας.

Δίκαιο & Τεχνολογία RSS
Πνευματικά Δικαιώματα RSS
Δελτία Τύπου RSS
Όλες οι κατηγορίες RSS
  • >
  • >
  • >

Ηλεκτρονικό Εμπόριο

News image

Το γραφείο μας είναι ένα από τα πρώτα δικηγορικά γραφεία που ασχολήθηκαν με τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από τη χρήση του διαδικτύου. Νομική κάλυψη ηλεκτρονικού καταστήματος, χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής,...

περισσότερα

Πνευματικά Δικαιώματα

News image

Η προστασία και η αξιοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι συχνά το πιο πολύτιμο, αλλά και ευάλωτο, περιουσιακό στοιχείο κάθε εταιρείας.   Έχοντας βρει τη χρυσή  τομή μεταξύ τεχνολογίας, δικαίου...

περισσότερα

Ηλεκτρονικό Έγκλημα

News image

Το να πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς είτε την έρευνα, είτε τη δίωξη για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρή, είναι συχνά μια οδυνηρή και τραυματική εμπειρία. Η ανάπτυξη...

περισσότερα