Δικηγορικό γραφείο

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική » Ενημέρωση » Δίκαιο & Τεχνολογία » Η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ,
Πέμπτη, 09 Δεκ 2021

Η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ,

Δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την οποία προβλέπεται η δίωξη της κακουργηματικής  απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος

Απόφαση 265 / 2021 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 265/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του βουλεύματος 2792/2020 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Π. Λ., 2) Δ. Σ., 3) Χ. Κ., 4) Δ. Τ., 5) Θ. Τ., 6) Ν. Ζ., 7) Α. Χ., 8) Ν. Λ., 9) Γ. Ζ., 10) Χ. Σ., 11) Ι. Π., 12) Σ. Σ., 13) Π. Β., 14) Α. Τ., 15) Ν. Π., 16) Α. Π., 17) Δ. Μ., 18) Ι. Β., 19) Κ. Κ., 20) Π. Σ., 21) Γ. Π., 22) Κ. Ρ., 23) Μ. Π., 24) Γ. Π., 25) Γ. Ζ. 26) Β. Δ., 27) Ι. Δ., 28) Ι. Β., 29) Σ. Κ., 30) Ι. Π., 31) Ι. Κ., 32) Σ. Χ., 33) Δ. Σ., 34) Ν. Γ., 35) Ε. Σ., 36) Η. Τ., 37) Λ. Λ. και 38) Χ. Μ.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 51/9-11-2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ε. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1159/20. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μαριάννα Ψαρουδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου με αριθμό πρωτ.255/10-11-2020, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485§1Κ.Π.Δ., ενώπιον του Συμβουλίου Σας την υπ'αριθμ. 51/9-11-2020 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του υπ'αριθμ. 2792/2020 (εκδοθέντος την 11-9-2020) βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : Με το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 405§1 εδ. β ΠΚ (που προστέθηκε με το άρθρο 12§3 Ν. 4637/2019), κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων (υπευθύνων για τη διαχείριση της περιουσίας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος [...] κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2009) (I) Π. Λ., πρώην Διοικητή ..., Προέδρου Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (2) Δ. Σ., πρώην Υποδιοικητή ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (3) Χ. Κ., πρώην Υποδιοικητή ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (4) Δ. Τ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης γεωργικών βιομηχανιών ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (5) Θ. Τ., πρώην Αναπλ. Προϊσταμένου Δ/νσης Αγροτικής Πίστης, μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ... ,6) Ν. Ζ., πρώην Υποδιοικητή ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (7) Α. Χ., πρώην Υποδιοικητή ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (8) Ν. Λ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Ιδιωτών Αγροτών, μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (9) Γ. Ζ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίων ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (10) Χ. Σ., πρώην Αναπλ. Προϊσταμένου Δ/νσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίων ..., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Μεγάλων Πελατών ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (11) Ι. Π., πρώην Αντιπροέδρου ΑΣ ..., μέλους γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., 12) Σ. Σ., πρώην Αντιπροέδρου ΔΣ ..., μέλους γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (13) Π. Β., πρώην Αντιπροέδρου ΔΣ ..., μέλους γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (14) Α. Τ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Ιδιωτών - Αγροτών ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (15) Ν. Π., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Δημοσίου Τομέα ..., μέλους γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (16) Α. Π., πρώην Αναπλ. Προϊσταμένου Δ/νσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίων ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (17) Δ. Μ., πρώην Διοικητή ..., Προέδρου Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (18) Ι. Β., πρώην Αντιπροέδρου ΔΣ ..., μέλους γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ... και προέδρου Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (19) Κ. Κ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Ιδιωτών - Αγροτών ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (20) Π. Σ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Επιχειρήσεων ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (21) Γ. Π., πρώην Αν. Προϊσταμένου Δ/νσης Δημοσίου Τομέα ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (22) Κ. Ρ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίου Δανείων ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (23) Μ. Π., πρώην Αναπλ. Προϊσταμένου Δ/νσης Ιδιωτών - Αγροτών ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (24) Γ. Π., Αναπλ. Προϊσταμένου Δ/νσης Επιχειρήσεων ..., μέλους γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (25)Γ. Ζ., πρώην Αν. Προϊσταμένου Δ/νσης Δημοσίου Τομέα ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (26) Β. Δ., πρώην Αντιπροέδρου ΔΣ ..., Προέδρου Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ... και μέλους γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (27) Ι. Δ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίου Δανείων ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (28) Ι. Β., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Επιχειρήσεων ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (29) Σ. Κ., πρώην Προϊσταμένου Υποδ/νσης πιστοδοτήσεων ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (30) Ι. Γ.Ι., Πρώην Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης Δημοσίου και EE, μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (31) Ι. Κ., Πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Δημοσίου τομέα, μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (32) Σ. Χ., πρώην Προϊσταμένου Δ/νσης Μεγάλων Πελατών ..., μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (33) Δ. Σ., πρώην Υποδ/ντη Δ/νσης μεγάλων Πελατών, μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων ..., (34) Ν. Γ., πρώην Υποδ/ντή της Δ/νσης Ιδιωτών Αγροτών ..., μέλους του Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων, (35) Ε. Σ., πρώην Προϊστάμενης Υποδ/νσης Ανάπτυξης, μέλους Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων, για απιστία στην υπηρεσία, κατά μόνας και κατά συναυτουργία, άπαξ και κατ'εξακολούθηση, υπό τις περιστάσεις του Ν. 1608/1950, η οποία υπό τον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα (δυνάμει του άρθρου 2 § 1) προβλέπεται και τιμωρείται, ως κακουργηματική απιστία, από το άρθρο 390 § 1 εδ. β ΠΚ, καθώς και κατά των κατηγορουμένων (νομίμων εκπροσώπων των πιστούχων "Α.Σ... "..."" και "... Α.Ε."), (36) Η. Τ., (37) Λ. Λ. και (38) Χ. Μ., για άμεση συνέργεια στην προαναφερόμενοι αξιόποινη πράξη, κατά συρροή και κατά συναυτουργία, άπαξ και κατ'εξακολούθηση. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε η υπ'αριθμ.51/9-11 - 2020 εμπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αντεισαγγελέα Δ. Παπαγεωργίου), με την οποία ζητεί να αναιρεθεί το βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή (αντισυνταγματικής) ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 484§1 στοιχ. β Κ.Π.Δ.), στην οποία εξ ολοκλήρου αναφέρομαι.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:

Α) Να γίνει δεκτή η υπ'αριθμ. 51/9-11-2020 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του υπ'αριθμ. 2792/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και

Β) Να αναιρεθεί το εν λόγω βούλευμα και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου".

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 9-11-2020, με αριθμό κατάθεσης 51/2020, αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου) για αναίρεση του βουλεύματος 2792/11-9-2020 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο το εν λόγω Συμβούλιο, αποφάνθηκε: α)να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των τριανταπέντε πρώτων κατηγορουμένων και ειδικότερα κατά των: 1)Π. Λ., 2)Δ. Σ., 3)Χ. Κ., 4)Δ. Τ., 5)Θ. Τ., 6)Ν. Ζ., 7)Α. Χ., 8)Ν. Λ., 9)Γ. Ζ., 10)Χ. Σ., 11)Ι. Π., 12)Σ. Σ., 13)Π. Β., 14)Α. Τ., 15)Ν. Π., 16)Α. Π., 17)Δ. Μ., 18)Ι. Β., 19)Κ. Κ., 20)Π. Σ., 21)Γ. Π., 22)Κ. Ρ., 23)Μ. Π., 24)Γ. Π., 25)Γ. Ζ., 26)Β. Δ., 27)Ι. Δ., 28)Ι. Β., 29)Σ. Κ., 30)Ι. Π., 31)Ι. Κ., 32)Σ. Χ., 33)Δ. Σ., 34)Ν. Γ., 35)Ε. Σ., για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατά μόνας και από κοινού, άπαξ και κατ'εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ήδη των 120.000 ευρώ, η οποία (πράξη) φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στην Αθήνα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως την 31η-12-2009 και β)να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του τριακοστού έκτου κατηγορουμένου Η. Τ., του τριακοστού εβδόμου κατηγορουμένου Λ. Λ. και του τριακοστού ογδόου κατηγορουμένου Χ. Μ., για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατά μόνας και από κοινού, άπαξ και κατ'εξακολούθηση με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ήδη των 120.000 ευρώ, η οποία (πράξη) φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στην Αθήνα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 480, 483 παρ.3 εδ. α' του ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1, στοιχ. β 'του ΚΠοινΔ (εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και συνεπώς, είναι παραδεκτή.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος, με τις οποίες εισάγεται η θεμελιώδης αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, "1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια• οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού λαού". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος, "3. Αμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. 4. Αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμνηστία είναι πάντοτε μεταγενέστερη της πράξης στην οποία αφορά, ανατρέχει αναδρομικά στην τέλεση αυτής, επιφέρει οριστική αναστολή της εφαρμογής του ποινικού νόμου ως προς τη συγκεκριμένη πράξη και εκμηδενίζει το έγκλημα που τελέστηκε. Με την αμνηστία ο νομοθέτης επιδιώκει τον κατευνασμό των παθών και την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας και της κοινωνικής ειρήνης. Γι'  αυτό, η παροχή της περιορίζεται μόνο στα πολιτικά εγκλήματα. Με την αμνηστία αίρεται αναδρομικά το αξιόποινο της πράξης και καταργούνται όλες οι τυχόν άλλες συνέπειές της, η ασκηθείσα δε ποινική δίωξη άγεται εν τέλει σε οριστική παύση (άρθρα 311 παρ. 1, 368 του ΚΠοινΔ), χωρίς, όμως, να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης που αμνηστεύεται (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΑΠ 1 1/2001). Το αν πρόκειται ή όχι για αμνηστία αποτελεί ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού, ο οποίος εναπόκειται στην ερμηνευτική εργασία του δικαστή, ανεξάρτητα από την ονομασία η οποία χρησιμοποιήθηκε στο κείμενο της νομοθετικής διάταξης ή από τον τρόπο τον οποίο χρησιμοποίησε ο νομοθέτης για τη συγκάλυψη της πραγματικής νομικής φύσης του λαμβανόμενου νομοθετικού μέτρου (ΟλΑΠ 3/2016). Περί συγκεκαλυμμένης αμνηστίας ή κρυπτοαμνηστίας μπορεί να γίνει λόγος μόνον αν ο νομοθέτης αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα μη πολιτικών εγκλημάτων, αν, δηλαδή, τα εγκλήματα ορισμένης κατηγορίας προσώπων παύουν να αποτελούν, με νομοθετική παρέμβαση, αξιόποινες πράξεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 390 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ, για την ποινική δίωξη του εγκλήματος που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 390 παρ. 1 εδ. α' απαιτείται έγκληση. Ορίστηκε, συνεπώς, η κατ' έγκληση δίωξη μόνον των πλημμεληματικών πράξεων απιστίας, με την ειδική πρόβλεψη στη διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ περί του ότι "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους". Με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ 180/18-1 1-2019 τεύχ. Α'), η κατ' έγκληση δίωξη επεκτάθηκε και σε κακουργηματικές πράξεις απιστίας του άρθρου 390 παρ. 1 εδ. β' του νέου ΠΚ. Ειδικότερα, στην παράγραφο 1 του άρθρου 405 του ίδιου ΠΚ προστέθηκε δεύτερο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "Για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 390 παράγραφος 1 εδάφιο β', αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα απαιτείται έγκληση", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 4637/2019, ορίστηκε ότι "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις απιστίας για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα νόμο, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου ότι επιθυμεί την πρόοδο τους". Η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν. 4637/2019 δεν καθιερώνει γενικώς το ποινικώς ανεύθυνο των στελεχών των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα κατά τη λήψη των διαχειριστικών αποφάσεων, αλλ' απλώς θέτει πρόσθετο όρο, δηλαδή την υποβολή έγκλησης, για τη δίωξη της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Συνεπώς, η τυχόν εξάλειψη του αξιοποίνου της εν λόγω αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, είναι άμεση συνέπεια όχι της διάταξης του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν. 4637/2019, αλλά της μη υποβολής σχετικής έγκλησης από το δικαιούμενο προς τούτο νομικό πρόσωπο. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες "1. Όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο αυτής εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης που τελέστηκε και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμέτοχους. 2. Το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον της αρμόδιας αρχής ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης", προκύπτει ότι η έγκληση συνδέεται όχι μόνο με την αξίωση της πολιτείας για την επιβολή της ποινής, αλλά και με το δικαίωμα για έγερση της ποινικής αγωγής και, συνεπώς, έχει μικτό νομικό χαρακτήρα- αποτελεί, δηλαδή, αφενός μεν θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι η παραμέληση της υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης που διώκεται κατ' έγκληση, αφετέρου δε θεσμό του δικονομικού ποινικού δικαίου, διότι αποτελεί δικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 285/2018). Η διάταξη, συνεπώς, του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την οποία προβλέπεται η δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν εξαλείφει το αξιόποινο της εν λόγω απιστίας, αλλ' απλώς θέτει πρόσθετο όρο, δηλαδή την υποβολή έγκλησης, για τη δίωξη της αξιόποινης αυτής πράξης και, συνεπώς, ως μη υποκρύπτουσα συγκεκαλυμμένη αμνηστία, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, "Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα". Ο δικαστής, επομένως, στο πλαίσιο του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της αντίθεσης του νόμου προς το Σύνταγμα, έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1202/2017, ΑΠ 1236/2015). Ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της ισότητας είναι έλεγχος ακραίων ορίων, δηλαδή της υπέρβασης, σε ακραίες περιπτώσεις των ευρέων πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη. Εξετάζεται, δηλαδή, αν ο νομοθέτης, κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειάς του, ως προς την εκτίμηση και την όμοια ή ανόμοια μεταχείριση όμοιων ή ανόμοιων, αντίστοιχα, ζητημάτων, υπερβαίνει εκείνα τα ακραία όρια αυτής, πέρα από τα οποία η ανόμοια μεταχείριση όμοιων ή η όμοια μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων είναι τόσο αδικαιολόγητη, ώστε να καθίσταται προφανώς άνιση ρύθμιση. Δεν μπορεί, όμως, ο δικαστής να ελέγχει τις σκέψεις ή τα ελατήρια που οδήγησαν το νομοθέτη στην ψήφιση του νόμου ούτε να αμφισβητεί την ειλικρίνεια του νομοθέτη, με το να δέχεται την άποψη ότι υπό τη συγκεκριμένη γραμματική διατύπωση ορισμένου νόμου υποκρύπτεται άλλου είδους ρύθμιση, διότι στην περίπτωση αυτή θα υπερέβαινε τα όρια του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου και θα υποκαθιστούσε στο ρόλο του το νομοθέτη (ΟλΑΠ 11/2001). Περαιτέρω, τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν καθοριστικό ρόλο στην εθνική οικονομία, αφού με τη χορήγηση από αυτά πιστώσεων στις λοιπές επιχειρήσεις, παρέχεται η κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη της περαιτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι αποφάσεις των στελεχών αυτών σχετικά με τη χορήγηση και τη διαχείριση πιστώσεων, που αποτελούν τυπική μορφή κινδυνωδών δικαιοπραξιών, δεν επηρεάζουν μόνο το ενεργητικό της περιουσίας αυτών (πιστωτικών κλπ ιδρυμάτων), αλλά έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων που λαμβάνουν αυτές (πιστώσεις) και, συνακόλουθα, στην εθνική οικονομία. Οι παράγοντες που συνεκτιμώνται κατά τη λήψη των διαχειριστικών αυτών αποφάσεων στα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και στις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι περισσότεροι και πιο σύνθετοι από εκείνους που συνεκτιμώνται κατά τη λήψη των διαχειριστικών αποφάσεων στις λοιπές ανώνυμες εταιρείες. Εξάλλου, το κανονιστικό πλαίσιο, ως προς τη δομή, τη λειτουργία, τον έλεγχο και την εποπτεία των εν λόγω ιδρυμάτων και ιδίως του τραπεζικού τομέα, στο σύγχρονο περιβάλλον των πολλαπλών επιπέδων εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων και της εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές (εθνικές και ευρωπαϊκές), είναι αρκετά περιοριστικό, σε σχέση με εκείνο των άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Με την πρόβλεψη, συνεπώς, της δίωξης της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν παραβιάζεται η προαναφερόμενη αρχή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού, με τη θέσπιση της δίωξης των στελεχών αυτών, για την εν λόγω κακουργηματική απιστία, μετά από έγκληση, ρυθμίζεται περίπτωση δίωξης, για την αξιόποινη αυτή πράξη, ορισμένης κατηγορίας προσώπων, όπως στελεχών των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, είναι ουσιωδώς ανόμοια, σε σχέση με εκείνη (περίπτωση δίωξης), για την ίδια αξιόποινη πράξη, στελεχών των λοιπών ανώνυμων εταιρειών και, συνεπώς, δεν πρόκειται για τη ρύθμιση όμοιων περιπτώσεων, στην οποία και μόνον αναφέρεται η τήρηση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι ακόμη και αν επρόκειτο για όμοιας κατηγορίας πρόσωπα (κάτι που στη προκείμενη περίπτωση δεν ισχύει, όπως προεκτέθηκε), ο έλεγχος της επίμαχης διάταξης, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του Συντάγματος, θα επέβαλε η όποια "ανισότητα" να αρθεί με την επέκταση της κατ' έγκληση δίωξης της κακουργηματικής απιστίας (η οποία συνιστά ευνοϊκότερη ρύθμιση) σε όλο τον ιδιωτικό τομέα, κατ' εφαρμογή της επεκτατικής ισότητας και όχι με την αναβίωση του αξιοποίνου μέσω αυτής, που καταλήγει έτσι, σε παραβίαση της κατοχυρωμένης από το άρθρο 7 του Συντάγματος αρχής της νομιμότητας του εγκλήματος και της ποινής. Εξάλλου το πεδίο εφαρμογής της ως άνω ρύθμισης για δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν περιορίζεται μόνο στην κατηγορία των στελεχών των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά εκτείνεται και σε άλλα πρόσωπα, όπως στους δανειολήπτες, που συμμετέχουν ως ηθικοί αυτουργοί, άμεσοι συνεργοί κλπ στην εν λόγω πράξη χωρίς να έχουν την ιδιότητα του στελέχους τέτοιου ιδρύματος. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την οποία προβλέπεται η δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω, με την πρόβλεψη της δίωξης της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, οι μικρομέτοχοι των τραπεζικών ανώνυμων εταιρειών δεν περιέρχονται σε δυσμενέστερη δικονομική θέση, σε σύγκριση με τις ρυθμίσεις του ισχύσαντος μέχρι την 30Π-6-2019 ΠΚ, στα πλαίσια των οποίων ούτως ή άλλως δεν είχαν δικαίωμα ούτε να υποβάλουν έγκληση ούτε να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής, αφού δεν θεωρούνται αμέσως παθόντες από οποιοδήποτε, στρεφόμενο κατά της περιουσίας της ανώνυμης εταιρείας, περιουσιακό έγκλημα, δεδομένου ότι επί ανώνυμων εταιρειών φορέας του ποινικώς προστατευταίου έννομου αγαθού της περιουσίας είναι η εταιρεία και όχι οι μέτοχοι της. Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω προστατεύονται επαρκώς, αφού η διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ τους παρέχει το δικαίωμα να ζητήσουν το διορισμό προσωρινής διοίκησης ή ειδικού εκπροσώπου για την υποβολή έγκλησης κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, όταν η απιστία έχει τελεστεί από αυτά, κάτι που ισχύει σε κάθε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, όπως στην περίπτωση που το έγκλημα της απιστίας κατά της εταιρείας έχει διαπραχθεί από μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Ως προς το ενδεχόμενο της καταχρηστικής μη υποβολής εγκλήσεων, για την εν λόγω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απιστίας, από τα όργανα της διοίκησης των ως άνω ιδρυμάτων, πρέπει να λεχθεί ότι οι διοικήσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων λειτουργούν, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα αυστηρό ελεγκτικό και εποπτικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο ελαχιστοποιεί τα περιθώρια αυθαίρετων αποφάσεων για τη συγκάλυψη αξιόποινων προσβολών της τραπεζικής περιουσίας. Έτσι, στα τραπεζικά ιδρύματα τα περιθώρια αυτοϋπόθαλψης είναι πολύ πιο περιορισμένα σε σύγκριση με τις λοιπές ανώνυμες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, στις οποίες ισχύουν χαλαρότερες προϋποθέσεις ως προς τη συγκρότηση των διοικητικών συμβουλίων, τον έλεγχο των αποφάσεών τους και την εν γένει παρακολούθηση της δραστηριότητάς τους. Με τα δεδομένα αυτά, η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την οποία προβλέπεται η δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υφίσταται, όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή (διάταξη) διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης μπορεί να συντρέχει και όταν λαμβάνει χώρα εφαρμογή διάταξης, το περιεχόμενο της οποίας αντίκειται στο Σύνταγμα• δηλαδή είναι εσφαλμένη η εφαρμογή τέτοιας διάταξης στο βαθμό που τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν διάταξη νόμου το περιεχόμενο της οποίας είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, όπως, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 αυτού ορίζει. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με αριθμό 2792/2020, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού αναφέρθηκε στα όσα αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, αποφάνθηκε, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 405 παρ.1 εδ.β'του ΠΚ, η οποία προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.3 του Ν.4637/2019: α)να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των τριανταπέντε πρώτων κατηγορουμένων και ειδικότερα κατά των: 1)Π. Λ., 2)Δ. Σ., 3)Χ. Κ., 4)Δ. Τ., 5)Θ. Τ., 6)Ν. Ζ., 7)Α. Χ., 8)Ν. Λ., 9)Γ. Ζ., 10)Χ. Σ., 11)Ι. Π., 12)Σ. Σ., 13)Π. Β., 14)Α. Τ., 15)Ν. Π., 16)Α. Π., 17)Δ. Μ., 18)Ι. Β., 19)Κ. Κ., 20)Π. Σ., 21)Γ. Π., 22)Κ. Ρ., 23)Μ. Π., 24)Γ. Π., 25)Γ. Ζ., 26)Β. Δ., 27)Ι. Δ., 28)Ι. Β., 29)Σ. Κ., 30)Ι. Π., 31)Ι. Κ., 32)Σ. Χ., 33)Δ. Σ., 34)Ν. Γ., 35)Ε. Σ., για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατά μόνας και από κοινού, άπαξ και κατ'εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ήδη των 120.000 ευρώ, η οποία (πράξη) φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως την 31η-12-2009 και β) να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του τριακοστού έκτου κατηγορουμένου Η. Τ. του τριακοστού εβδόμου κατηγορουμένου Λ. Λ. και του τριακοστού ογδόου κατηγορουμένου Χ. Μ., για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατά μόνας και από κοινού, άπαξ και κατ' εξακολούθηση με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ήδη των 120.000 ευρώ, η οποία (πράξη) φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στην Αθήνα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού έλαβε υπόψη του, με την αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, το γεγονός ότι η "... Α.Ε." ως εκκαθαρίστρια της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", και δικαιούμενη προς υποβολή έγκλησης διά του διοικητικού συμβουλίου της και της νομικής υπηρεσίας της, ενώ κλήθηκε με το υπ'αριθμό πρωτ....-2-2020 έγγραφο του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, να δηλώσει εάν επιθυμεί την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας για τις ανωτέρω πράξεις, δεν υπέβαλε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.4637/2019 δήλωση ότι επιθυμεί την πρόοδο της διαδικασίας για την εκκρεμούσα υπόθεση των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής απιστίας, φερόμενης ως τελεσθείσας από τους τριανταπέντε πρώτους από τους κατηγορουμένους στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως την 31η -12-2009 και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, φερόμενης ως τελεσθείσας από τον τριακοστό έκτο, τον τριακοστό έβδομο και τον τριακοστό όγδοο από αυτούς, στην Αθήνα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, οι οποίες διώκονται κατ' έγκληση, μετά την παρέμβαση του νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν. 4637/2019, που τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 του ΠΚ, προσθέτοντας δεύτερο σχετικό εδάφιο, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, αφού το περιεχόμενο αυτής δεν αντίκειται, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, με τον.,'οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε σ' αυτό (βούλευμα), είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-11-2020 με αριθμό κατάθεσης 51/2020 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου), για αναίρεση του βουλεύματος 2792/11-9-2020 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο το εν λόγω Συμβούλιο αποφάνθηκε: α)να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των τριανταπέντε πρώτων κατηγορουμένων και ειδικότερα κατά των: 1)Π. Λ., 2)Δ. Σ., 3)Χ. Κ., 4)Δ. Τ., 5)Θ. Τ., 6)Ν. Ζ., 7)Α. Χ., 8)Ν. Λ., 9)Γ. Ζ., 10)Χ. Σ., 11)Ι. Π., 12)Σ. Σ., 13)Π. Β., 14)Α. Τ., 15)Ν. Π., 16)Α. Π., 17)Δ. Μ., 18)Ι. Β., 19)Κ. Κ., 20)Π. Σ., 21)Γ. Π., 22)Κ. Ρ., 23)Μ. Π., 24)Γ. Π., 25)Γ. Ζ., 26)Β. Δ., 27)Ι. Δ., 28)Ι. Β., 29)Σ. Κ., 30)Ι. Π., 31)Ι. Κ., 32)Σ. Χ., 33)Δ. Σ., 34)Ν. Γ., 35)Ε. Σ., για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατά μόνας και από κοινού, άπαξ και κατ'εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ήδη των 120.000 ευρώ, η οποία (πράξη) φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως την 31η-12-2009 και β)να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του τριακοστού έκτου κατηγορουμένου Η. Τ. του τριακοστού εβδόμου κατηγορουμένου Λ. Λ. και του τριακοστού ογδόου κατηγορουμένου Χ. Μ., για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατά μόνας και από κοινού, άπαξ και κατ'εξακολούθηση με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ήδη των 120.000 ευρώ, η οποία (πράξη) φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στην Αθήνα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2021.

Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ITLawyers RSS Feed

Μείνετε ενημερωμένοι με τα RSS Feed της ITLawyers.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε νέα και πληροφορίες απευθείας στον υπολογιστή σας, χρησιμοποιώντας News Reader (πρόγραμμα ανάγνωσης ειδήσεων) της επιλογής σας.

Δίκαιο & Τεχνολογία RSS
Πνευματικά Δικαιώματα RSS
Δελτία Τύπου RSS
Όλες οι κατηγορίες RSS
  • >
  • >
  • >

Ηλεκτρονικό Εμπόριο

News image

Το γραφείο μας είναι ένα από τα πρώτα δικηγορικά γραφεία που ασχολήθηκαν με τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από τη χρήση του διαδικτύου. Νομική κάλυψη ηλεκτρονικού καταστήματος, χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής,...

περισσότερα

Πνευματικά Δικαιώματα

News image

Η προστασία και η αξιοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι συχνά το πιο πολύτιμο, αλλά και ευάλωτο, περιουσιακό στοιχείο κάθε εταιρείας.   Έχοντας βρει τη χρυσή  τομή μεταξύ τεχνολογίας, δικαίου...

περισσότερα

Ηλεκτρονικό Έγκλημα

News image

Το να πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς είτε την έρευνα, είτε τη δίωξη για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρή, είναι συχνά μια οδυνηρή και τραυματική εμπειρία. Η ανάπτυξη...

περισσότερα